Το εστιατόριο στο απόγευμα και μια πισίνα στη βροχή
(A short story by YOKO OGAWA)
Ο Τζουτζού κι εγώ μετακομίσαμε εδώ ένα πρωινό με ομίχλη στην αρχή του χειμώνα. Δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα να μεταφέρουμε- μόνο μια μικρή ντουλάπα, ένα γραφείο και λίγα κουτιά. Ήταν αρκετά απλό. Καθισμένη στην σκεπαστή βεράντα, είχα την προσοχή μου στο ξερό ήχο που έκανε ένα μικρό φορτηγό μέσα στην ομίχλη. Ο Τζουτζού μύριζε γύρω από το σπίτι, επιθεωρώντας τον τοίχο και το τζάμι στην πόρτα, σαν να καθησύχαζε τον εαυτόν του για το νέο σπίτι. Το ρουθούνισμα του έμοιαζε γκρινιάρικο κι όπως μύριζε, το κεφάλι του έγειρε στην μια πλευρά.
Η ομίχλη απομακρυνότανε απαλά-απαλά σε κύματα. Δεν ήταν το είδος της αποπνικτικής ομίχλης που καταπίνει το καθετί. Στην πραγματικότητα, αυτή η ομίχλη φαινότανε πτωχή και σχεδόν διαφανής, σαν ένα ψυχρό, λεπτό πέπλο που μπορούσες να το φθάσεις και να το αγγίξεις.Έμεινα καρφωμένη σε αυτήν για πολύ ώρα, στηριζόμενη στα κουτιά, μέχρι που αισθάνθηκα ότι μπορούσα να δω κάθε σταγόνα της ομίχλης που έμοιαζε με σταγόνα γάλακτος. Από το μύρισμα ο Τζουτζού είχε κουραστεί κι είχε κουλουριαστεί στα πόδια μου.Αισθανόμενη ένα ρίγος στην πλάτη μου, ξεκόλλησα την ταινία που έκλεινε το κουτί όπου στηριζόμουνα ,το άνοιξα, τράβηξα έξω ένα πουλόβερ και το φόρεσα. Ένα πουλί πέταξε ίσια πάνω στην ομίχλη κι εξαφανίστηκε.
Ο αρραβωνιαστικός μου ερωτεύτηκε το σπίτι πρώτος.
«Μοιάζει λίγο παλιομοδίτικο;» είπα, τρίβοντας το δάχτυλο μου πάνω σ’ ένα ξεθωριασμένο από τις καταιγίδες παραθυρόφυλλο.
«Παλιό, αλλά όμορφο και καλοφτιαγμένο,»είπε, κοιτάζοντας μια χοντρή κολόνα.
«Η στόφα κι ο θερμοσίφωνας είναι παμπάλαια»,είπα καθώς άνοιξα το κουμπί στον φούρνο. Έκανε ένα ξερό κλικ. Τα πλακάκια στους τοίχους της κουζίνας είχαν προσεκτικά σφουγγαριστεί, αλλά ήταν κομματιασμένα και το τσιμέντο ανάμεσα στα κομμάτια δημιουργούσε ένα περίτεχνο γεωμετρικό σχήμα
«Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.» είπε στην γυναίκα από το μεσιτικό γραφείο. «Η στόφα είναι Γερμανική, και πρακτικά μια αντίκα. Πρέπει νάναι πολύ σπάνια»
«Είναι», είπε αυτή, συγκατανεύοντας με έμφαση. «Την εγκατέλειψε ένας Γερμανός φοιτητής που νοίκιαζε το μέρος αρκετά χρόνια πριν. Είναι μια γνήσια Γερμανική στόφα».Τόνισε με έμφαση την λέξη «Γερμανική»
«Ε, τότε αυτή ποτέ δεν θα χαλάσει», είπε αυτός και μου χαμογέλασε.
Επιθεωρήσαμε την κρεβατοκάμαρα, το λουτρό, το σαλόνι, ελέγξαμε τις πόρτες, ψάξαμε για σκουριά στους σωλήνες, κι ερευνήσαμε τις ηλεκτρικές πρίζες και τους διακόπτες. Δεν μας πήρε πολύ. Όλα τα δωμάτια ήταν μικρά αλλά συγχρόνως είχαν και μια «ζεστασιά». Όταν ήρθαμε στην κλειστή βεράντα, κοίταξε έξω στην αυλή μέσα από το τζάμι. Ήταν άδεια τελείως. Χωρίς φυτά, χωρίς λουλούδια, τίποτε εκτός από λίγο τριφύλλι φυτρωμένο περιστασιακά.
«Ας το πάρουμε», είπε. «Θάναι, επίσης, τέλειο και για τον Τζουτζού»
«Θα είναι καλό για τον Τζουτζού», συμφώνησα
Το πιο σημαντικό πράγμα ήταν ότι θα βρίσκαμε ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να ζήσουμε με τον Τζουτζού. Πέρα απ΄ αυτό πολύ λίγα πράγματα μπορούσαμε να κάνουμε για την ετοιμασία του γάμου μας, ειδικά κιόλας που καθένας μας ξέραμε ότι είμαστε κατά του γάμου.
Όσες φορές είπαμε σε κάποιον ότι σκεφτόμασταν την πιθανότητα αυτή, παίρναμε σαν απάντηση ένα μετέωρο βλέμμα και μια παρατεταμένη σιωπή. Πρέπει πραγματικά να δώσετε χρόνο στον εαυτό σας να το σκεφτεί αυτό, λέγαμε αταλάντευτα. Οι λόγοι ήταν οι γνωστοί. Είχε πάρει διαζύγιο. Προσπαθούσε να πάρει την άδεια εξάσκησης δικηγόρου εδώ και δέκα χρόνια. Είχε υψηλή πίεση κι υπέφερε από ημικρανίες. Ήταν υπερβολικά μεγάλη η διαφορά στα χρόνια μας κι ήμασταν πολύ φτωχοί.
Ο Τζουτζού χασμουρήθηκε. Είχε ξαπλώσει στην αυλή τώρα και φάνταζε χαριτωμένος ενώ οι μαύρες και καφέ κηλίδες του δημιουργούσαν μια παραστατική αντίθεση με τη σειρά του τριφυλλιού. Η ομίχλη αραίωνε και δειλά δειλά εμφανιζόντουσαν ακτίνες ηλίου εδώ κι εκεί.
Πέρασε από το μυαλό μου ότι κάτι θάπρεπε να κάνω. Θα μπορούσα να τοποθετήσω νέες κουρτίνες η να βάψω το μπάνιο, η θα μπορούσα να τοποθετήσω ναφθαλίνη στα συρτάρια. Ήταν γεγονός ότι σ΄ αυτό το παλιό σπίτι χρειαζόντουσαν να γίνουν μια σειρά βελτιώσεις. Σε τρεις βδομάδες, ο αρραβωνιαστικός μου κι εγώ θα παντρευτούμε, σε μια μικρή τελετή, με μόνους παρόντες τους δυο μας. Και μετά αυτός θα μετακομίσει εδώ. Στο μεταξύ, από μένα εξαρτιόταν νάχω το σπίτι έτοιμο.
Αλλά τώρα το μόνο που ήθελα είναι να παρατηρώ την ομίχλη. Δεν υπήρχε ανάγκη να βιαστώ, κι είχα αποφασίσει ν΄απολαύσω πλήρως αυτές τις τρεις τελευταίες βδομάδες που θα ήμουνα ελεύθερη.
Την επομένη μέρα έβρεχε. Έβρεχε όταν ξύπνησα, κι έβρεχε όλη την μέρα χωρίς σταματημό. Σταγόνες γλιστρούσαν στο παράθυρο η μια μετά την άλλη σαν νήμα. Το σπίτι γύρω-γύρω, οι συνδέσεις της τηλεφωνικής γραμμής, το σπιτάκι του Τζουτζού, κάθε τι είχε μουσκέψει από το νερό.
Δεν έκανα τίποτε με τα κουτιά. Το πρωινό πέρασε διαβάζοντας παλιά γράμματα και χαζεύοντας άλμπουμ με φωτογραφίες, όταν ξαφνικά αισθάνθηκα ότι ήρθε το μεσημέρι. Σκέφθηκα να φτιάξω κάτι να φάω, αλλά δεν είχα τα κατάλληλα πιάτα και σκεύη στην κουζίνα. Και θάταν μεγάλος μπελάς να βγω για κάτι έξω στην βροχή.Στο τέλος, έβρασα νερό να φτιάξω στιγμιαία σούπα και ροκάνισα μερικά κράκερ που φύλαγα για μια ώρα ανάγκης. Η Γερμανική στόφα άναψε αμέσως.
Το αφιλόξενο δωμάτιο και το κρακεράκι που έγινε κομμάτια στο στόμα μου έκαναν τον ήχο της βροχής να φαίνεται ξεχωριστά θλιμμένος. Ήθελα να ακούσω την φωνή του αρραβωνιαστικού μου, αλλά δεν υπήρχε τηλέφωνο. Ούτε τηλεόραση η ράδιο η στέρεο. Μην έχοντας τίποτε να κάνω, πήγα στο μπροστινό δωμάτιο, όπου ο Τζουτζού βρισκότανε στο πάτωμα, και τύλιξα τα χέρια μου στο λαιμό του. Ξαφνιασμένος αυτός στριφογύρισε και κούνησε την ουρά του εκφράζοντας την ευχαρίστηση του.
Το απόγευμα, αποφάσισα να ξαναβάψω το μπάνιο. Όπως τα άλλα δωμάτια του σπιτιού ήταν μικρό, μόλις ένας πορσελάνινος νιπτήρας, μια χρωμιωμένη βρύση και μια κρεμάστρα για πετσέτες. Ακόμη, δεν σε έπιανε αποπληξία εκεί μέσα, πιθανόν επειδή το ταβάνι ήταν ψηλό κι υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν βαμμένο σε μια ρομαντική απόχρωση του ροζ, από τον Γερμανό φοιτητή , υπέθεσα.Υπήρχαν ανεπαίσθητα ίχνη χρώματος στο περίγραμμα των πλακακιών, αλλά είχαν ξεθωριάσει μετά από πολλά χρόνια ατμού και σαπουνιού.
Ντύθηκα με παλιά ρούχα κι έβαλα πλαστικά γάντια. Έβαλα μπρος τον ανεμιστήρα εξαερισμού κι άνοιξα το παράθυρο. Ακόμη έβρεχε.
Το φρέσκο χρώμα φαινόταν καλύτερο στους τοίχους απ’ ότι περίμενα, και το λουτρό σύντομα έγινε λαμπρό κι ελκυστικό. Περιστασιακά, μια σταγόνα βροχής πέρασε μέσα από το παράθυρο, και προσγειώθηκε στην επιφάνεια που μόλις είχα βάψει. Πήγα το πινέλο προς τα εκεί προσεκτικά, συγκεντρώνοντας χρώμα ώστε να κάνω μια λεία κάλυψη. Καθώς ήμουνα στα μισά, ακούστηκε το κουδούνι της μπροστινής πόρτας. Πρώτη φορά τ΄ακουγα, κι αυτό μ’ έκανε να εκπλαγώ. Υπήρχε κάτι άγριο στον ήχο, σαν την κραυγή ενός ζώου.
Όταν άνοιξα την πόρτα, βρήκα ένα αγόρι, πιθανόν τριών χρονών, κι έναν άνδρα περίπου στα τριάντα, που φαινόταν να ήταν πατέρας του παιδιού. Φορούσαν ίδια πλαστικά αδιάβροχα, με τις κουκούλες πάνω στα κεφάλια τους. Τα αδιάβροχα έσταζαν κι η βροχή έπεφτε απ’ αυτά στο πάτωμα.
«Συγνώμη που σε ενοχλούμε μια τέτοια βροχερή μέρα», είπε ο άνδρας, χωρίς να συστηθεί η να πει γιατί είχε έρθει.«Τώρα μετακόμισες εδώ;»
Ήμουν λίγο έκπληκτη. «Λοιπόν,»ρώτησα αόριστα
«Είναι μια όμορφη γειτονιά»,συνέχισε ο άνδρας, ρίχνοντας μια ματιά στον Τζουτζού, που βρισκότανε τεντωμένος στο πάτωμα. «Κοντά στον ωκεανό, αλλ΄ ακόμη πολύ ήσυχη». Το παιδί έμενε σιωπηλό, κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα του. Οι κίτρινες του μπότες, μικροσκοπικές σαν παιγνίδια, ήταν επίσης καλυμμένες με σταγόνες βροχής. Υπήρχε μια σιωπή.
«Σε βασανίζει κάποια αγωνία;»ρώτησε απότομα ο άνδρας. Όταν άκουσα αυτό, αντιλήφθηκα ότι προφανώς ήταν μέλος κάποιου είδους αίρεσης. Αυτοί που προσηλυτίζουν από αυτές τις ομάδες βρίσκουν συχνά μέρες που ο καιρός είναι κακός, και πάντοτε κουβαλάνε παιδιά μαζί τους , γεγονός που πάντοτε με πείθει .Ακόμη, υπήρχε κάτι σε αυτούς τους δύο που είχε μια διαφορετική αίσθηση από όσους είχα αντιμετωπίσει μέχρι τώρα. Ήταν γεγονός, υπήρχε κάτι που τους έκανε να ξεχωρίζουν από κάθε άλλον που είχε χτυπήσει την πόρτα μου.
Κατ’ αρχάς δεν κράταγαν τίποτε στα χέρια. Ούτε φυλλάδια ούτε βιβλία ούτε κασέτες.Επίσης δεν είχαν ομπρέλες. Στέκονταν εκεί κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου με τα ελεύθερα χέρια να αιωρούνται κατευθείαν κάτω στο πλάι τους. Έδιναν μια εικόνα απλής σεμνότητας.
Ακόμη περισσότερο, κανείς από αυτούς δεν χαμογελούσε, αναμφίβολα όχι το επίμονο, υπερβολικής αυτοπεποίθησης γέλιο που βλέπεις στους φανατικούς κάποιας θρησκείας. Από την άλλη πλευρά, δεν εμφανίζονταν βλοσυροί η αντικοινωνικοί. Είχα την εντύπωση ότι θα εξαφανιζόντουσαν αν κάρφωνα το βλέμμα μου πάνω τους για πολλή ώρα. Ακόμη, παρόλη την εύθραυστη ποιότητα, η εμφάνιση τους μου έκανε μεγάλη εντύπωση.
Δεν είμαι σίγουρη γιατί, αλλά αποφάσισα να προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση του άνδρα.Επανέλαβα την λέξη ‘αγωνία’ στον εαυτόν μου λίγες φορές, αλλά η έννοια παρέμενε κάπου απλησίαστη, σαν να ήταν ένας δύσκολος φιλοσοφικός όρος. Όπως περίμεναν, στέκονταν κοιτάζοντας τον Τζουτζού κι εμένα ενώ η βροχή ακόμη έσταζε από τα αδιάβροχα τους.
«Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση», είπα, αργώντας αρκετά.
«Είναι πράγματι», είπε ο άνδρας.
«Πρώτα απ’ όλα, δεν είμαι πραγματικά σίγουρη ότι καταλαβαίνω την έννοια της λέξης ‘αγωνία’. Τρόπος του λέγειν, η βροχή τον χειμώνα, οι βρεγμένες μπότες, η αυτό το σκυλί που κάθεται εδώ δίπλα στην πόρτα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα είδος αγωνίας».
« Σωστά το ορίζεις»,είπε ο άνδρας, συγκατανεύοντας αρκετές φορές. «Σχεδόν πάντα κάθε τι μοιάζει να μας διαφεύγει όταν προσπαθούμε να το ορίσουμε».Μετά απ΄ αυτό δεν είπε τίποτε περισσότερο. Ήταν μια άχαρη σιωπή, τής μορφής που δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν αντιλήφθηκες.Θα μπορούσα να τους είχα ζητήσει να φύγουν, θα μπορούσα να τους είχα πει ότι ήμουν απασχολημένη. Έξαλλου έβαφα και το σπίτι. Ήταν γεγονός ότι δεν είχα προφανώς κάτι να κάνω με την ιδιαίτερη αύρα που έμοιαζαν να εκπέμπουν.
«Μπορώ ν’ απαντήσω απόλυτα. Δεν είμαι σίγουρη ότι βλέπω κάποια σύνδεση ανάμεσα σε σένα και μένα και την ερώτηση σου. Είμαι εδώ, εσύ εκεί, κι η ερώτηση πλανάται ανάμεσα μας και δεν βλέπω κάποιο λόγο να αλλάξω οτιδήποτε αυτής της κατάστασης. Είναι σαν την βροχή που πέφτει χωρίς να νοιάζεται για τα αισθήματα του σκύλου».Κοίταξα κάτω, τρίβοντας το δάχτυλο μου στις κηλίδες της μπογιάς πάνω στα ρούχα μου.
«Η βροχή πέφτει χωρίς να νοιάζεται για τα αισθήματα του σκύλου».Επανέλαβε τις λέξεις ήσυχα σαν να μίλαγε στον εαυτό του. Ο Τζουτζού έριξε το κεφάλι του πίσω και χασμουρήθηκε.«Νομίζω ότι μπορούσες να πεις ότι αυτό ήταν μια τέλεια απάντηση, και δεν χρειάζεται να σε ενοχλούμε περισσότερο.Θα πηγαίνουμε τώρα. Γεια χαρά».
Ο άνδρας υποκλίθηκε ευγενικά και μια στιγμή αργότερα το αγόρι έκανε την ίδια κίνηση. Μετά εξαφανίστηκαν στην βροχή. Ήταν μια άμεση αναχώρηση, χωρίς φανφάρες η παρατεταμένους αποχαιρετισμούς.
Για ένα λεπτό, έμεινα εκεί αναρωτώμενη γιατί είχαν έλθει και γιατί έφυγαν, αλλά τότε θυμήθηκα το βάψιμο μου και σταμάτησα να τους σκέφτομαι.Όπως έκλεισα την πόρτα, παρατήρησα ότι δύο μικρές λιμνούλες είχαν σχηματιστεί εκεί που στεκόντουσαν.
Κρέμασα ένα ράφι για μπαχαρικά στον τοίχο της κουζίνας, κέρωσα το πάτωμα στο χολ, και φύτεψα μια σειρά λουλουδιών σε μια γωνιά της αυλής, και προτού το πάρω χαμπάρι είχαν περάσει αρκετές μέρες. Περπάταγα μέσα στο σπίτι κάνοντας τις δουλειές ρουτίνας στη σιωπή.
Υπήρχαν πάρα πολλά να κάνω κι επιπλέον ο γάμος ήταν τόσο κοντά που δεν ήμουν για λίγο μόνη, παρ’ όλη την μοναχικότητα μου. Ακόμη, τώρα και τότε, όταν χρειάστηκα μια αλλαγή του σκηνικού, πήρα τον Τζουτζού έξω για μια βόλτα.
Περιπλανηθήκαμε ψάχνοντας για τα πράγματα που θα χρειαζόμασταν για την ζωή μας στο νέο σπίτι, μια τράπεζα, ένα κομμωτήριο, ένα φαρμακείο, ένα ψιλικατζίδικο. Δύσκολα μπορούσες να αποκαλέσεις την γειτονιά ζωηρή, αλλά είχε όλα τα βασικά. Κατά διαστήματα, θα βγάζαμε ένα ηλικιωμένο άτομο, έξω για ένα ήσυχο περίπατο.
Νωρίς ένα απόγευμα, αφού κάναμε τη βόλτα μας σ’ ένα λαβύρινθο από στενούς δρόμους, ανεβήκαμε ένα ύψωμα και βρεθήκαμε σε ένα ηλιόλουστο ανάχωμα που βρισκόταν κατά μήκος της ακτής. Πέρα από τη πλαγιά, η λεπτή γραμμή της θάλασσας έσμιγε με το μπλε του ουρανού. Φορτηγά πλοία στιγμάτιζαν τον ορίζοντα. Ο Τζουτζού ξέσπασε μ’ ένα τρέξιμο, κι η αλυσίδα του έκανε κρακ από το τέντωμα, γυαλίζοντας στο φως. Κάθε τι φαινότανε να λούζεται σε μία απαλή ζεστασιά.
Καθώς περπατούσαμε κατά μήκος της πλαγιάς, η θάλασσα βαθμιαία απλωνότανε πλάι μας. Οι γλάροι πετούσαν τόσο κοντά που φαινότανε ότι μπορούσες να τους φθάσεις και να τους αγγίξεις. Ένα κόκκινο φορτηγό του ταχυδρομείου μας πέρασε, κινούμενο αργά. Στη βάση του αναχώματος υπήρχε ένα δημοτικό σχολείο. Ήταν ένα συνηθισμένο τρίτης γενιάς κτίριο από μπετό, κολλητά μ΄ ένα Γυμνάσιο, τα συνήθη κουτιά για τα παπούτσια των μαθητών δίπλα στην πόρτα, κι ένα κλουβί κουνελιών σε μια γωνιά δίπλα στην παιδική χαρά. Ο Τζουτζού όρμησε ξαφνικά στη χορταριασμένη πλαγιά, κινούμενος μπροστά κατευθείαν για την πίσω είσοδο του σχολείου. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να τον ακολουθήσω, και να πως τους βρήκα, να στέκονται δίπλα σ΄ ένα παράθυρο της πύλης.
Εκτός από τ΄ αδιάβροχα, έμοιαζαν ακριβώς το ίδιο. Κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου στέκονταν πολύ κοντά. Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα με θυμόντουσαν, αλλ’ ο άνδρας φάνηκε αμέσως ότι με αναγνώρισε.
«Συγνώμη που σε είχαμε ενοχλήσει εκείνη τη μέρα»,είπε κάνοντας την ίδια ευγενική υπόκλιση.
«Όχι καθόλου», είπα, υποκλινόμενη γρήγορα σε ανταπόδοση. Ο Τζουτζού δρασκέλιζε ανάμεσα μας, κροταλίζοντας την αλυσίδα του σε έξαρση. Το αγόρι δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από το σκυλί. «Εργάζεσαι;», ρώτησα, αναρωτώμενη αν η λέξη ‘εργασία’ ήταν η σωστή.
«Όχι, έχουμε ένα σύντομο διάλειμμα, απάντησε ο άνδρας.
Δεν ήμουν σε θέση να πω από τα αδιάβροχα τους, αλλά ήταν εξαιρετικά καλοντυμένοι.Ο άνδρας φορούσε ένα κομψό κοστούμι σε χρώμα σκούρο πράσινο. Και τ’ αγόρι φορούσε ένα ολόμαλλο πουλόβερ και πεντακάθαρες άσπρες κάλτσες για τα γόνατα. Για νωρίς τ’ απόγευμα και σε μια τέτοια απίθανη γειτονιά, ήταν εντελώς ευκολοδιάκριτοι.
«Πολύ όμορφο σκυλάκι»
«Ευχαριστώ»
«Πως το ονομάζεται;»
«Τ’ όνομα του είναι Τζουτζού. Ο γιος σας είναι κι αυτός πολύ χαριτωμένος, ».
«Ευχαριστώ».
«Πόσων χρονών είναι;»
«Τριών χρονών και δύο μηνών».Μετά από αυτή την ανταλλαγή, δεν φαινότανε τίποτε άλλο να συζητήσουμε. Η σιωπή έφθασε ξαφνικά σαν τον άνεμο, κι υπενθύμισα στον εαυτόν μου ότι το μόνο πράγμα που παρέμενε ανάμεσα μας ήταν ‘αγωνία’. Μπήκα στον πειρασμό ν΄ αποδράσω πριν αυτός πει την λέξη ξανά, αλλά μια γρήγορη σκιά που φάνηκε στα μάτια του με κράτησε εκεί.
Η περιοχή γύρω από την πίσω πύλη του σχολείου βρεχόταν με θόρυβο από την θάλασσα, ένα ρεκόρντερ κι ένα όργανο έπαιζαν στο δωμάτιο της μουσικής, τα παιδιά έτρεχαν στην παιδική χαρά, ένας δάσκαλος σφύριζε, κι ο αδύναμος ήχος της σειρήνας ενός πλοίου ακουγότανε από την θάλασσα.Κοίταξα κάτω στο έδαφος και προσπάθησα να διαχωρίσω κάθε τύπο ήχου από τούς άλλους. Ο Τζουτζού είχε βρει ένα σημείο που του ταίριαζε, κουλουριαζότανε γύρω από ένα ξυλοστάτη της πύλης.
«Μπορώ να χαϊδέψω το σκύλο σας;» ρώτησε το αγόρι ξαφνικά. Ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα να μιλάει, αλλά η φωνή του ήταν δυνατή και καθαρή.
«Φυσικά», αποκρίθηκα, ανακουφισμένη που κάποιος είχε σπάσει την σιωπή.«Τού αρέσει αν του το κάνεις εδώ», πρόσθεσα, τρίβοντας τον λαιμό του Τζουτζού. Ο Τζουτζού έκλεισε τα μάτια του κι έγλειψε το μάγουλο μου με την χλωμή-ροζ γλώσσα του.To αγόρι άφησε το χέρι του πατέρα του και δειλά πλησίασε για να χαϊδέψει τα καπούλια του Τζουτζού. Τα παχουλά μικρά του δάχτυλα εξαφανίστηκαν πάνω στο γεμάτο βούλες τρίχωμα.
«Δουλεύετε εδώ στο σχολείο;» ρώτησα, γυρνώντας προς τον άνδρα.
«Όχι, απλά ψάχνουμε στο εστιατόριο».Πρόφερε την λέξη ‘εστιατόριο’ αργά, σαν να είχε ειδική σημασία, κι έριξε μια ματιά στο μεγάλο παράθυρο δίπλα μας.
«Το εστιατόριο;»
«Ναι»,συγκατάνευσε.
Το παράθυρο ανήκε καθαρά στο εστιατόριο. Το γεύμα κατά τα φαινόμενα είχε μόλις τελειώσει, και τα πιάτα πλενόντουσαν. Μεγάλα κλουβιά σαν καλάθια που γέμιζαν με πιάτα και πιατέλες και μαχαιροπίρουνα κινιόντουσαν κατά μήκος ταινιοδρόμων σ’ ένα ήσυχο ρυθμό, σαν τα άλογα του ιπποδρόμου.Κατά μήκος των ταινιών, υπήρχαν ποικίλοι σταθμοί που έμοιαζαν με τους εγχυτήρες απολυμαντικού στις πισίνες κολύμβησης. Όταν ένα καλάθι έφθανε ένα σταθμό, εξαφανιζότανε για λίγα δευτερόλεπτα σε μια ομίχλη υγρού που ψεκαζότανε από ακροφύσια σ’ όλες τις πλευρές και τότε εμφανιζόταν ξανά στην άλλη πλευρά στεγνό και λαμπερό.
«Για κάποιο λόγο, αυτό τον εντυπωσιάζει. Θα μπορούσε να το παρακολουθεί και όλη μέρα αν τον άφηνα».
«Αναρωτιέμαι τι βρίσκει τόσο ενδιαφέρον;»
«Δεν ξέρω. Τα παιδιά κολλάνε με την σκέψη τους σε παράξενα πράγματα».Ο άνδρας χαμογέλασε για πρώτη φορά στην παρουσία μου, όχι με το χαμόγελο ενός ανθρώπου κάποιου δόγματος φυσικά , αλλά κάτι απλούστερο και πιο φυσικό.
«Μου είναι δύσκολο να καταλάβω την σχέση ενός μικρού γλυκού αγοριού και σε ένα εστιατόριο».
«Πιθανόν είναι κάποιο παράξενο σύνθετο κύκλωμα που είναι αδύνατο σε μας να φαντασθούμε»,μουρμούρισε ο άνδρας.Το αγόρι είχε γρήγορα εξοικειωθεί με τον Τζουτζού και τώρα τράβαγε την ουρά του και καβαλούσε πάνω του. Ο Τζουτζού ανεχόταν υπομονετικά αυτή την μεταχείριση.
Στο εστιατόριο, εργάτες με άσπρες φόρμες, μάσκες, και καπέλα έκαναν την δουλειά τους πίσω κι εμπρός ανάμεσα στους ταινιοδρόμους. Ένας απ’ αυτούς ρύθμισε τα ακροφύσια του εγχυτήρα ενώ ένας άλλος έπαιρνε
τα καθαρά πιάτα από το τελείωμα του ταινιοδρόμου και τα έβαζε στο στεγνωτήριο .Όλοι δούλευαν γρήγορα μέσα σε μια σιωπή, και τ’ όλο μέρος, οι μηχανές, τα πατώματα, τα παράθυρα έμοιαζαν ν΄ αστράφτουν από καθαριότητα. Έμοιαζε περισσότερο μ΄ ένα μικρό παραγωγικό εργοστάσιο παρά με μια σχολική εστία.
«Είναι γεγονός, είναι πιο ενδιαφέρον να παρακολουθείς το πρωί», είπε ο άνδρας.
«Αλήθεια;»Τώρα ήμασταν στοιχισμένοι, στηριζόμενοι στο παράθυρο.
«Φυσικά. Παρασκευάζουν φαγητό για περισσότερα από χίλια παιδιά, χίλια ψωμάκια, χίλιες τηγανητές γαρίδες, χίλιες φέτες λεμονιού, χίλια φλυτζάνια γάλα. Μπορείς να φανταστείς;»
Κούνησα το κεφάλι μου.
«Όταν τέτοιες τεράστιες ποσότητες τροφής απλώνονται μπροστά σου, ούτε κι ένας ενήλικας δεν θα γινόταν να μην εντυπωσιαστεί».Έτριψε το θολωμένο παράθυρο, κι όπως έκανε αυτό το χέρι του ήρθε τόσο κοντά στο πρόσωπο μου που φοβήθηκα ότι μπορούσε να αισθανθεί την αναπνοή μου. Τα δάχτυλα του ήταν μακριά και λεπτά.«Χίλια κρεμμύδια, δέκα κιλά βούτυρο, πενήντα λίτρα ελαιόλαδου, εκατό πακέτα μακαρόνια. Κάθε τι υπολογισμένο τέλεια, και να δουλεύει σαν ρολόι .Είχαν εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να προγραμματίσουν το κομπιούτερ για τις τηγανητές γαρίδες-νομίζω ότι το δωμάτιο ελέγχου είναι στο πάνω πάτωμα- κι οι μηχανές άρχιζαν να το κάνουν. Υπήρχε ακόμη και μια μηχανή για επεξεργασία της γαρίδας. Διασκεδαστικό, όχι;». Έριξε μια ματιά σε μένα και μετά κοίταξε ξανά στο εστιατόριο.
«Οι γαρίδες στοιχίζονται όλες στο μήκος τους πάνω στον ταινιόδρομο, και σ’ ένα σημείο ένα μαχαίρι κατεβαίνει και κόβει αυτές στο σβέρκο τους.Ποτέ δεν αποκλίνει από το σημείο που θα κόψει ούτε τρίχα. Αν μείνεις σε αυτό με καρφωμένο το βλέμμα για πολύ, αυτό θα σε ζαλίσει. Μετά η γαρίδα κινείται σε άλλους σταθμούς, όπου επαλείφετε με αλεύρι κι αυγά και αλεσμένο ψωμί κι είναι όλα τόσο καλά διευθετημένα που επαλείφονται ομαλά χωρίς να χάνεται τίποτε. Στο τέλος του ταινιοδρόμου, μουσκεύονται στο λάδι, τόσο πειθήνια σαν να έχουν υπνωτισθεί. Και, τελικά, έβγαιναν έξω την κατάλληλη στιγμή έτσι γινόντουσαν ένα τέλειο χρυσό καφέ χρώμα, ούτε ωμές ούτε καμένες».
Ο άνδρας έκλεισε τα μάτια του για ένα λεπτό. Το πλύσιμο των πιάτων συνεχιζότανε, και κανένας δεν φαινότανε να δίνει σημασία σε μάς. Από το δωμάτιο της μουσικής τώρα, μπορούσα ν’ ακούσω καστανιέτες και τρίγωνα.
«Το περιέγραψες όμορφα», είπα. «Τώρα μπορώ να τα ζωγραφίσω, χίλιες γαρίδες να έρχονται μία-μία στην ευθεία».
«Είμαι ευτυχής», είπε, ισιώνοντας τα μαλλιά του. Μια ελαφριά μυρωδιά κολόνιας ήρθε στη μύτη μου, σαν μια θαλασσινή φρέσκια οσμή.
«Και πόσο διαρκεί το πλύσιμο;» ρώτησα, καθώς τα συρμάτινα καλάθια περνούσαν το ένα μετά το άλλο.
«Μέχρι περίπου την ώρα που τα παιδιά φεύγουν από το σχολείο».
«Φαίνεται να ξέρεις πολλά για αυτό», είπα. «Ένας πραγματικός γνώστης του εστιατορίου».
«Όχι καθόλου», είπε, χαμογελώντας δειλά»Συνηθίζουμε να κάνουμε βόλτες στην γειτονιά σχεδόν ένα μήνα, και σταματάμε εδώ κάθε μέρα.Ερχόμαστε όταν ο γιος μου είναι σε κακή διάθεση, η μερικές φορές όταν χρειάζομαι ένα διάλειμμα. Δεν υπήρχε εστιατόριο στο σχολείο στην γειτονιά που ήμασταν πριν, κι αυτό φαινότανε λίγο μελαγχολικό. Απ’ όλα τα εστιατόρια που έχουμε δει, αυτό είναι πρώτης τάξης».Επειδή δεν ήμουνα σε θέση να πω κάτι, απλά συγκατένευσα. Ούτε καν είχα κάνει ποτέ την παραμικρή σκέψη ότι πιθανόν να υπάρχουν διαφορετικές τάξεις εστιατορίου.
«Έτσι εσύ γυρίζεις τις γειτονιές και κάνεις δημοσκοπήσεις η τον ιεραπόστολο. Είναι έτσι;». Όταν μίλησα διάλεξα τις λέξεις όσο πιο προσεκτικά μπορούσα.
“Λοιπόν, ναι, κάτι τέτοιο». Αφότου αναφέρθηκα στη δουλειά του, έγινε λιγότερο ομιλητικός.Αυτό ήταν σαν να ήταν αυτός πιο βολικός με την λέξη ‘εστιατόριο’ από την ‘αγωνία’. Κουρασμένο από το χάιδεμα του Τζουτζού το αγόρι ήρθε και στάθηκε ανάμεσα μας. Τούφες από το τρίχωμα του σκυλιού είχαν κολλήσει στο πουλόβερ του μπροστά.
«Μπαμπά, τι έχουν για φαγητό αύριο;»
«Χάμπουργκερ, θάλεγα».
«Πως το ξέρεις;»
«Τους είδα να μεταφέρουν την κρεατομηχανή από την αποθήκη, εκείνη που μοιάζει σαν μια μεγάλη μηχανή χιονιού. Έτσι είμαι σχεδόν σίγουρος.
«Ωραία!» είπε το παιδί. Ο άνδρας σκούπισε ξανά το παράθυρο, και για λίγα λεπτά παρατήρησα τα προφίλ των προσώπων τους από την αντανάκλαση τους στο τζάμι.
Σιγά-σιγά, κάθε τι τακτοποιήθηκε. Μερικοί φίλοι σαν δώρο γάμου έστειλαν ένα πάπλωμα, τ’ άσπρα πιατάκια τακτοποιήθηκαν στην σειρά στα ράφια, και το πλυντήριο εγκαταστάθηκε. Ολ’ αυτά τα αντικείμενα περίμεναν ήσυχα να ξεκινήσει η νέα μας ζωή.
Ο αρραβωνιαστικός μου ήρθε μια Κυριακή κι επέκτεινε την σκεπαστή βεράντα για να φτιάξει μια απλώστρα για τα ρούχα. Είχε βρει κάποια φθηνά ξύλα για στύλους, που τα έχωσε σε βαθιές τρύπες στην αυλή. Έπειτα έτριψε με γυαλόχαρτο κάποια μπαμπού μέχρι να γίνουν λεία και τα τοποθέτησε οριζόντια πάνω στους στύλους. Όταν τελείωσε, καθίσαμε στην βεράντα και καμαρώσαμε την εργασία του.
Δεν αντέχαμε οικονομικά να τηλεφωνιόμαστε, έτσι έπρεπε να στέλνουμε τηλεγραφήματα όταν θέλαμε να έρθουμε σ’ επαφή μεταξύ μας. Μερικά απ’ αυτά αφορούσαν σημαντικά πράγματα, ‘Πρόβα γάμου στην εκκλησία, επόμενη Κυριακή 10 μμ’ η ‘Αλλαγή διεύθυνσης’, άλλα ήταν απλούστερα. Υπήρχε ένα που ήταν μόνο δυο λέξεις:’Καλή νύχτα’. Αυτό είχε έρθει μόλις ετοιμαζόμουν να πέσω να κοιμηθώ, κι αυτό το έκανε ξεχωριστά γλυκό και τρυφερό. Στεκόμενη με το νυχτικό στο ημίφως του χολ, πρέπει νάχα διαβάσει εκείνες τις λέξεις ίσως και πενήντα φορές. Κάθε γράμμα έμοιαζε να βυθίζεται στο μυαλό μου.
Ο Τζουτζού που είχε ζυπνήσει από ένα βαθύ ύπνο με την άφιξη, με παρακολουθούσε αποδοκιμαστικά με τα μισάνοιχτα μάτια του.
Μετά από την συνάντηση μας, έκανα συνήθεια να περπατάω κατά μήκος της πλαγιάς πάνω από το σχολείο όποτε έβγαζα τον Τζουτζού έξω. Αλλά δεν ξανάδα κάποιον στην πύλη.Ούτε μπορούσα να δω στο παράθυρο του εστιατορίου από την κορυφή του υψώματος, όσο και να κοίταζα. Φαινόταν να καλύπτεται από κάτι ομιχλώδες, και δεν μπορούσα να πώ αν ήταν ατμός η σπρέι η κάτι άλλο. Μια φορά, είδα ένα φορτηγό με το λογότυπο μιας εταιρείας κοτόπουλων στα πλευρά του να παρκάρει δίπλα στην πύλη. Καθώς περπατούσα κατά μήκος της πλαγιάς, είδα τα πουλιά, φουσκωμένα πάνω στον ταινιόδρομο, με μάτια απλανή όπως μετακινούντο σε ποικίλα προσεκτικά σχεδιασμένα βήματα που θα τα μετέτρεπαν σε τηγανητά κοτόπουλα.
Τελικά συνάντησα τον άνδρα και τον γιο του ένα απόγευμα δέκα μέρες αργότερα. Καθόντουσαν σε κάτι κιβώτια παρατημένα κάτω από το παράθυρο του εστιατορίου.Το αγόρι φόραγε ένα ζεστό μάλλινο σκούφο με μια φούντα.Τα πόδια του κρέμονταν από την άκρη του κιβωτίου. Το βλέμμα του άνδρα ατένιζε τον ορίζοντα, στηρίζοντας το πηγούνι στα χέρια του. Ο Τζουτζού τους είδε πρώτος κι άρχισε να κατεβαίνει κουτρουβαλώντας τον λόφο, κουνώντας ξέφρενα την ουρά του.
«Είναι ο Τζουτζού!» φώναξε τ’ αγόρι με την καθαρή, διαπεραστική φωνή καθώς πήδηξε από το κιβώτιο. Η φούντα τινάχτηκε στην κορυφή του σκούφου του.
«Γεια χαρά»,είπα ασθμαίνοντας κι αναπνέοντας γρήγορα από το τρέξιμο που με είχε αναγκάσει ο Τζουτζού να κάνω.
«Γεια χαρά», απάντησε ο άνδρας με το ίδιο αμφιλεγόμενη χαμόγελο. Το κιβώτιο που είχαν καθίσει είχε πριν καρότα. Στο πάνω μέρος του ήταν ζωγραφισμένο ένα φρέσκο καρότο σε λαμπρό πορτοκαλί χρώμα. Τα άλλα κιβώτια εκεί ήταν από κατεψυγμένα καλαμάρια, πουτίγκα, καλαμπόκι, και σώς.
Οι μαθητές είχαν ήδη σχολάσει, και το μουσικό δωμάτιο και η παιδική χαρά ήταν ήσυχα. Η αυλή ήταν στην σκιά, κι η σιωπή γέμιζε το σχολείο σαν στάσιμο νερό. Τα κουνέλια είχαν συγκεντρωθεί σε μια γωνιά του κλουβιού τους.
Το εστιατόριο, επίσης, έμοιαζε άδειο. Το παράθυρο ήταν καθαρό τώρα, και μπορούσα να δω όλες τις λεπτομέρειες που είχαν μείνει σκοτεινές πριν. Την λάμψη του ανοξείδωτου πάγκου, το σχήμα των κολάρων πάνω στις άσπρες φόρμες που κρέμονταν στον τοίχο, το χρώμα του διακόπτη πάνω στον ταινιόδρομο.
«Φαίνεται ότι όλα τέλειωσαν για σήμερα»,είπα και κάθισα δίπλα στον άνδρα.
«Ναι μόλις τέλειωσαν», απάντησε.
Ο Τζουτζού έτρεξε γύρω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, σύροντας την αλυσίδα του, ενώ τ’ αγόρι έτρεξε πίσω του, προσπαθώντας ν’ αρπάξει την ουρά του. Πέρα απ’ αυτά, ο ήλιος βυθιζότανε στην θάλασσα, βάφοντας το νερό ένα βαθύ καφέ που έμοιαζε να καταπίνει τα κύματα, τις βάρκες, τον φάρο, κι οτιδήποτε άλλο. Οι γλάροι πέταγαν ανάμεσα στα κατάρτια στην έρημη μαρίνα.
«Συγνώμη φαίνεται ότι πειράζει πολύ τον Τζουτζού».
«Όχι καθόλου. Ο Τζουτζού φαίνεται να τον αγαπάει».
«Πόσο καιρό τον έχεις;»
«Είναι δέκα χρόνια. Πέρασα σχεδόν την μισή μου ζωή με αυτόν, έτσι είναι μέρος στις πιο σημαντικές μου θύμησες. Είναι σαν κι εκείνες τις φωτογραφίες που έχουν την ημερομηνία τυπωμένη πάνω τους. Εκείνο που έχω να κάνω είναι να θυμηθώ πόσο μεγάλος ήταν ο Τζουτζού η τι είδους κολάρο φόραγε και τότε μπορώ να περιγράψω πότε συνέβη κάτι.
«Καταλαβαίνω»,είπε, κλοτσώντας ένα χαλίκι με την άκρη του καθαρού καφέ παπουτσιού του.
Μετά απ’ αυτό, συζητήσαμε λίγο για σκυλιά. Του είπα για την ανακάλυψη ενός ζωολογικού κήπου σκυλιών σ’ ένα θέρετρο με θερμά νερά στα βουνά, και για την υστερική εγκυμοσύνη μιας Μαλτέζας που ζούσε στην διπλανή πόρτα. Έκανε διάφορες ερωτήσεις, συγκατάνευσε με επισημότητα στις απαντήσεις μου, ακόμη που και που χαμογελούσε.
«Όταν βλέπω ένα εστιατόριο στο απόγευμα, με κάνει να σκέφτομαι μια πισίνα στη βροχή».
Είχαμε εξαντλήσει το θέμα για τα σκυλιά κι είχε μεσολαβήσει μια σιωπή για ένα λεπτό όταν έθεσε αυτό το καινούργιο-και μυστήριο ξαφνικά- θέμα. Η φράση ήχησε σαν να είχε χτυπηθεί μια χορδή από κάποιον μοντέρνο ποιητή η αλλιώς από κάποιο παλιό ποιηματάκι.
«Μια πισίνα ...στη βροχή;» επανέλαβα, μία-μία τις λέξεις.
«Ακριβώς, μια πισίνα στη βροχή. Έχεις ποτέ κολυμπήσει σε μια πισίνα στην βροχή;»
«Δεν είμαι σίγουρη».
«Όταν σκέφτομαι μια πισίνα στη βροχή, είναι σχεδόν κάτι περισσότερο απ’ ότι μπορώ να δεχτώ.
Τα σύννεφα σχηματιζόντουσαν σε ροζ βαθμίδες, δίνοντας στον ουρανό μια σκούρα ροζέ απόχρωση.Καθώς μιλούσαμε το σούρουπο όλο κι έφτανε στο τέλος του. Το πρόσωπο του ήταν κοντά στο δικό μου , και σχημάτιζα το περίγραμμα των χαρακτηριστικών του με τα μάτια μου. Μπορούσα να αισθανθώ την αναπνοή του, τον παλμό του, την ζεστασιά του σώματος του. Έβηξε ελαφρά κι έτριψε τον κρόταφο του ελαφρά προτού ξαναρχίσει να μιλάει.
«Δεν ήξερα να κολυμπάω όταν πήγαινα δημοτικό, έτσι ήταν οδυνηρό για μένα όταν η τάξη μου πήγαινε στην πισίνα. Μπορούσες ακόμη να πεις ότι μάθαινα κάθε τι που υπήρχε να μάθω υποφέροντας ακριβώς εκεί σ’ εκείνη την πισίνα. Πρώτα υπήρχε φόβος. Το νερό στην πισίνα έμοιαζε με αρκούδα πάνω σε μένα με μια φοβερή συντριπτική δύναμη. Ήταν τρομερό. Έπειτα υπήρχε η ντροπή.Τα παιδιά που δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν έπρεπε να φοράνε ειδικούς κόκκινους σκούφους μπάνιου κι έτσι να ξεχωρίζουν μεταξύ των ασπρόμαυρων που φόραγαν όλα τ’ άλλα παιδιά. Επειδή δεν μπορούσαμε να κολυμπήσουμε, εμείς μόλις φαινόμαστε σαν να αναδυόμαστε στην επιφάνεια στο ρηχό τελείωμα της πισίνας. Ήμουν αποφασισμένος να μάθω να κολυμπώ και να το αποδείξω στον εαυτόν μου, αλλ’ εκείνο που πραγματικά ήθελα ήταν να αποφεύγω να τραβώ κάθε προσοχή. Να κι άλλο ένα πράγμα που έμαθα από την πισίνα, την αποφασιστικότητα».
Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια του. Ο Τζουτζού, εξαντλημένος, καθότανε κάτω και ξεκούραζε το κεφάλι του πάνω στα μπροστινά του πόδια. Το αγόρι είχε απλωθεί και τυλιχτεί στον λαιμό του σκυλιού σαν να είχε κουλουριαστεί πάνω σ΄ ένα καναπέ.
Κι όταν έβρεχε η πισίνα ήταν ακόμη πιο πολύ καταθλιπτική.Η βροχή που έπεφτε στο κατάστρωμα της πισίνας άφηνε σκούρους λεκέδες, κι η επιφάνεια της πισίνας έβραζε με φουσκάλες, σαν ένα κοπάδι μικροσκοπικών ψαριών να περίμενε για το γεύμα του. Πάντοτε έπεφτα στο νερό αργά. Οι συμμαθητές μου θα κολυμπούσαν με τον δικό τους τρόπο μέχρι το άλλο άκρο της πισίνας.Εκείνες τις μέρες ήμουνα πολύ ευπαθής .Τα πλευρά μου κι ο λαιμός μου έμοιαζαν να χώνονται μέσα στο δέρμα μου, ακόμη κι οι περιφέρειες μου και τα μπούτια μου. Το ολόσωμο μαγιό μου σκέβρωνε πίσω στη πλάτη μου. Κρύωνα όταν έβρεχε , ακόμη και το καλοκαίρι.Κατά την διάρκεια του τεστ, μ’ έπιαναν ρίγη στη βρύση που χρησιμοποιούσαμε να ξεπλένουμε τα μάτια μας, και κάθε κόκαλο στο σώμα μου έμοιαζε να κροταλίζει.Όταν η ομάδα κολύμβησης τέλειωνε και μπορούσα να βγάλω το σκούφο μου, τα μαλλιά μου ήταν πάντοτε βαμμένα κόκκινα».Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, τσιμπώντας την ταινία στο χαρτοκιβώτιο, και τότε συμπέρανε, «ξέρω ότι αυτό μπορεί να μην είναι πολύ ενδιαφέρον για σένα».
«Όχι, είναι», είπα, πολύ ειλικρινά. «Αλλά ακόμη δεν έχεις πει από την πισίνα στην βροχή στο εστιατόριο το απόγευμα. Δεν μπορείς να σταματήσεις μέχρι να πεις!» Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο για μια στιγμή και γελάσαμε. ΕΝΑ από τα κουνέλια στο κλουβί μας παρακολουθούσε καθώς μασούσε ένα φύλλο λάχανου.
«Ποτέ δεν πειράχτηκα επειδή δεν μπορούσα να κολυμπήσω. Τουλάχιστον δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο. Στο κάτω-κάτω, ήταν δικό μου πρόβλημα.Νομίζω πρέπει να περάσεις κάποιο είδος ιερής εξέτασης , τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σου, που θα σου επιτρέψει να γίνεις μέλος της ομάδας. Αυτό μου πήρε λίγο περισσότερο από το κανονικό.Είμαι βέβαιος για το τι ήταν».
«Νομίζω, καταλαβαίνω», είπα, μελετώντας το προφίλ του.
«Έτσι, οποτεδήποτε βλέπω ένα εστιατόριο το απόγευμα δεν μπορώ να βοηθήσω ενθυμούμενος εκείνη την οδυνηρή στιγμή στην ζωή μου, την παρατεταμένη ιερά εξέταση μου. Αν και υποθέτω ότι αυτό δεν εξηγεί κάθε τι».Κοίταξε κάτω και κλότσησε ένα άλλο χαλίκι.
Το παράθυρο του εστιατορίου είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Κάθε τι είχε προσεκτικά και στεγνώσει και νοικοκυρεμένα τακτοποιηθεί. Τα ακροφύσια των εγχυτήρων, τα καλάθια με τα πιάτα αποθηκευμένα σε μια γωνιά, τα φλυτζάνια στα ράφια. Μπορούσα σχεδόν να ακούσω τον ήχο της βροχής πάνω στην λαμαρινένια οροφή του δωμάτιου που άλλαζαν ρούχα για την πισίνα κολύμβησης. Ζωγράφισα στο μυαλό μου τα λεπτά πόδια να τρεμοπαίζουν στο πάτο της πισίνας σαν τόσο πολλά ασθενικά ψάρια, και τ’ αγόρι με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά, τυλιγμένο σε μια πετσέτα, να τρέμει σιωπηλά.Η μία μετά την άλλη, αυτές οι εικόνες σχηματίζονταν στο παράθυρο του εστιατορίου.
«Περίπου την ίδια στιγμή, μου συνέβη κάτι άλλο», είπε. «Σταμάτησα να μπορώ να τρώω».
«Αλλά γιατί;»
«Υπήρχαν πιθανώς πολλοί λόγοι. Τα πολλά μου κόμπλεξ, η δειλή προσωπικότητα μου, η οικογένεια μου...πολλά πράγματα. Αλλά η κύρια αιτία ήταν το εστιατόριο»
«Έτσι εκεί ήμασταν κοντά στο τέλος»
«Ναι. Βλέπεις, το πρόβλημα ήταν ότι κρυφοκοίταζα στο εστιατόριο μια μέρα πριν το γεύμα. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί ήμουν εκεί εκείνη την ώρα, κι όχι στην τάξη, αλλά για κάποιο λόγο στεκόμουνα στην πίσω πόρτα και παρακολουθούσα την φασαρία καθώς το προσωπικό ετοιμαζόταν για το γεύμα. Ποτέ δεν θα έδινα καμία προσοχή στο εστιατόριο πριν. Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια πριν, κι η κουζίνα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν εδώ. Ήταν σ’ ένα παλιό ξύλινο κτίριο, καθηλωμένο και σκοτεινό, πιο πολύ σαν αχυρώνας.Μπορώ ακόμη να θυμηθώ κάθε λεπτομέρεια. Εκείνη τη μέρα το μενού ήταν βραστή κρέμα και πατατοσαλάτα, και το πρώτο πράγμα που με κατέπληξε ήταν η μυρωδιά. Ήταν βαριά κι αποπνικτική, σαν να μην είχα μυρίσει τίποτε πριν. Υπάρχουν πολλές ρυπαρές μυρωδιές στον κόσμο, αλλά αυτή ήταν διαφορετική και με αναστάτωνε επειδή ήταν συνδεδεμένη με το φαγητό που σύντομα θα έτρωγα. Οι μυρωδιές των κάδων του ραγού και της πατατοσαλάτας διαχέονταν στο εστιατόριο, προκαλώντας ζυμώσεις και καθιστώντας το ακατάλληλο για φαγητό.»
Έγειρα προς τα πίσω πάνω στο κουτί. Ο Τζουτζού κούνησε τα αυτιά του. Το παιδί παρέμενε τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του σκύλου, πιθανά κοιμισμένο.
Το σκηνικό μπροστά μου ήταν επίσης όλο αληθινό, αλλά την ίδια στιγμή ήταν τόσο μακριά πέρα από κάθε τι που θα μπορούσα να είχα φαντασθεί ότι έμοιαζε φανταστικό. Η γυναίκα που δούλευε στο εστιατόριο ήταν παχουλή, και το δέρμα της φούσκωνε από τα ελαστικά ρεβέρ της φόρμας της πάνω από τις μπότες. Έμοιαζαν έτοιμες να πλεύσουν, καθώς θα επέπλεαν όταν εκτινάσσονταν στο νερό. Μια από αυτές ανακάτευε το ραγού με μια κουτάλα – το είδος της μεταλλικής κουτάλας που χρησιμοποιείται στην κατασκευή. Ήταν αναψοκοκκινισμένη , κι είχε το ένα της πόδι στο χείλος του τεράστιου στρογγυλού δοχείου καθώς εργαζόταν. Και καθώς ανάδευε το πυκνό άσπρο υγρό με την σκουριασμένη κουτάλα της, μεγάλα κομμάτια από παχύ κρέας και κομμάτια κρεμμυδιών και καρότων ανακατεύονταν μπροστά στα μάτια μου. Η σαλάτα ήταν στο άλλο κάδο. Μια άλλη γυναίκα είχε πηδήξει μέσα στον κάδο κι έλιωνε τις πατάτες με τις μαύρες πλαστικές μπότες της. Κάθε φορά που σήκωνε το πόδι της, μπορούσα να δω κομμάτια πατάτας να κολλάνε στις σόλες της. Όσο πιο πολύ δούλευε, τόσο πιο περίπλοκο γινότανε το σχήμα της πατάτας.»
Έβηξε μια φορά και μετά συνέχισε.
«Δεν μπορούσα να κοιτάξω μακριά. Εύχομαι να μπορούσα να εξηγήσω πως αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορώ. Αν ήταν ένα αίσθημα που μπορούσες να το συνοψίσεις σε μερικές κοινές λέξεις σαν ‘φρίκη’ η ‘απέχθεια’, τότε είμαι σίγουρος ότι θα τα είχα ξεχάσει όλα αυτά πολύ πριν.Αλλά πριν ξεπεράσω τα αισθήματα μου στο μυαλό μου αποτυπώθηκαν εκείνες οι ακατάληπτες εικόνες- κομμάτια ραγού να σταλάζουν από την κουτάλα, μπότες να θάβονται μέσα σε πολτοποιημένες πατάτες.»
« Και μετά από αυτό δεν μπορούσες να φας ;» ρώτησα ανάλαφρα, προσπαθώντας να μαντέψω που πήγαινε η ιστορία. Συγκατάνευσε.
«Ακόμη και τώρα, ο ήχος από πλαστικά πιατάκια η τα βήματα κάποιου που αναφέρει για δουλειές κουζίνας μπορεί να μου θυμίσει κάθε λεπτομέρεια αυτού του σκηνικού. Ήταν άκρως δυσάρεστο, και μετά από αυτό, τα εστιατόρια έχουν την ίδια επίδραση σε μένα όπως έκαναν οι πισίνες. Ήξερα ότι παρόλο το πόσο σκληρά κτύπησα ακόμη πήγαινα να βυθιστώ στον πάτο, σαν να ήξερα πώς κάθε φορά που προσπαθούσα να πάρω μια μπουκιά από φαγητό εστιατορίου οι χοντρές κυρίες με τις κουτάλες τους και τις μπότες τους θα ήταν εκεί για να σιγουρευτούν ότι μπούκωνα. Όταν δεν μπορούσα να το υποφέρω αυτό πια, άφησα το σπίτι ένα πρωί , κι αντί να πάω σχολείο περιπλανήθηκα μέσα στην πόλη. Φυσικά, ήταν μια μέρα που η τάξη μου είχε πρόγραμμα να πάει στην πισίνα. Όπως περπατούσα, κλότσησα την τσάντα με το μαγιό μου και το κόκκινο καπέλο μπάνιου, κρατώντας το στα ψηλά με τα γόνατα μου.Αισθάνθηκα σαν να περιπλανιόμουνα πολύ καιρό, αλλά στην πραγματικότητα ο παππούς μου με βρήκε λίγες ώρες μετά.»
«Έτσι ήσουν πίσω στο σχολείο για το γεύμα;»
«Όχι, ήμουν τυχερός. Ο παππούς μου δεν ήταν καθόλου θυμωμένος, και δεν έμοιαζε να ανησυχεί να με γυρίσει πίσω στο σχολείο. Ήταν ένας πολύ καλός ράπτης στις μέρες του, αλλά όταν βγήκε στην σύνταξη τόριξε στο πιοτό κι έμπλεξε σε πολλούς μπελάδες. Σε σημείο που κανένας στην οικογένεια δεν ήθελε να έχει σχέσεις με οτιδήποτε έχει να κάνει με αυτόν. Είχε μπλέξει σε καβγάδες, κοιμηθεί στον δρόμο, καταστρέψει φανάρια, τέτοιου είδους καμώματα. Είμαι σίγουρος ότι δεν έψαχνε για μένα εκείνο το πρωί. Ήταν ήδη μεθυσμένος και τρίκλιζε στους δρόμους της πόλης. ’Λοιπόν, λοιπόν,’ είπε. ‘Φανταστικό να σε βρω εδώ. Δεν έχουμε συχνά μια ευκαιρία σαν αυτή, έτσι πρόκειται να σου δείξω ένα μυστικό σημείο.’ Και με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε αντίθετη μεριά από το σχολείο.
«Συνήθως δεν ήμουν και πολύ άνετος με τον παππού μου, με την ανάσα του που βρόμαγε σάκε και τις σαν γυαλόχαρτο παλάμες του, αλλά εκείνη τη μέρα κράτησα σφιχτά το χέρι του και τον ακολούθησα. Στο άλλο του χέρι είχε ένα κουτάκι μπίρας, και που και πού έπαιρνε μια γουλιά καθώς περπατούσε. Τελικά, φθάσαμε σε μια αποθήκη στην άκρη της πόλης, στα ερείπια ενός κτιρίου. ’Αυτό είναι’, είπε ο παππούς μου, δείχνοντας με το κουτάκι του. Έμοιαζε με τα υπολείμματα ενός εργοστασίου που είχε κλείσει πολύ πριν. Οι πόρτες είχαν φύγει από τους μεντεσέδες κι οι τοίχοι ήταν γεμάτοι τρύπες. Όταν πήγαμε μέσα, νιώσαμε τον αέρα να μας φυσάει κατάμουτρα. Κοιτάζοντας πάνω, είδα σχισμές στο ταβάνι που μέσα από αυτές φαινότανε ο ουρανός, σαν να είχαν κοπεί με ψαλίδι. Στο πάτωμα υπήρχε ένα βαθύ στρώμα βρομιάς, μια κόκκινη απόχρωση με σκουριά, πού έκανε ένα θόρυβο σαν να πατάς χαλίκια σε κάθε βήμα. Και παντού υπήρχαν σωροί από στουπιά, βίδες και παξιμάδια, ελατήρια, μπαταρίες, άδεια μπουκάλια σόδας, μια πλαστική βούρτσα μαλλιών, μια φυσαρμόνικα, ένα θερμόμετρο, όλα να βρίσκονται ήσυχα μέσα στην σκόνη. Υπήρχαν αρκετές μηχανές, που επίσης ήταν πυκνά καλυμμένες από σκόνη και σκουριά, και μια πινακίδα ‘Προέχει η ασφάλεια’ που είχε πέσει από τον τοίχο.
«Ο παππούς μου με πήγε σε μια μηχανή με σειρές διακοπτών και λεβιέδων και μου είπε να κάτσω εκεί. Έμοιαζε με μηχανή εκτύπωσης η πιθανόν ένας παλιός στεγνωτήρας., αλλά ότι και να ήταν αποκλείεται να ξαναδούλευε. Κρέμασα το σακίδιο μου σε ένα από τους λεβιέδες.
«Ο παππούς μου πρέπει να ήταν στο τελείωμα της μπίρας του, διότι μετά από κάθε γουλιά εξέταζε προσεκτικά το κουτάκι , ο δε ρυθμός που έπινε είχε γίνει πιο αργός. ‘Ξέρεις τι κατασκεύαζαν εδώ;’ Είπε. Όταν μίλησε, ο αφρός της μπίρας έρευσε από τα χείλη τους προς όλες τις κατευθύνσεις. Ανακουφισμένος που δεν με είχε ρωτήσει ακόμη γιατί την κοπάνησα από το σχολείο, κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου.
«Σοκολάτα ‘, είπε , σχεδόν σαν να το καυχιόταν.
«Σοκολάτα; Αλήθεια;» ρώτησα.
«Σωστά. Έβαζαν σπυριά κακάο και γάλα και ζάχαρη σ’ εκείνο το μηχάνημα στην γωνία, και αυτό τα ανακάτευε καλά, βγάζοντας έξω σοκολάτα σε υγρό. Μετά έφθανε στο επόμενο μηχάνημα , είχε κρυώσει λίγο κι έμοιαζε περισσότερο σαν ένα πυκνό καφέ σιρόπι. Μετά όταν τελικά πέρναγε από αυτόν τον κύλινδρο εδώ μετατρεπότανε σε μια μεγάλη πλάκα σοκολάτας’. Σκάλισε με το πόδι του την μηχανή πάνω στην οποία καθόμουν. ‘Μία τεράστια ράβδος σοκολάτας, πλατιά σαν δύο χαλάκια και μακριά όσο ήθελες να είναι, τόσο μακριά όσο άφηνες τους κύλινδρους να δουλεύουν!’
«Είσαι σίγουρος;’ είπα, ξαναμμένος με την περιγραφή του για την φανταστική ράβδο σοκολάτας.
«Αν νομίζεις ότι λέω ψέματα, μύρισε λίγο εδώ»
Στάθηκα στην βάση της μηχανής κι έφερα την μύτη μου κοντά στον κύλινδρο, μισοκλείνοντας τα μάτια για να έχω μια καλύτερη μυρωδιά. Μια ευχάριστη αίσθηση με πλημμύρισε , σαν να τυλιγόμουν από κάτι μεγάλο κι άνετο. Κάπου μακριά, ακούστηκαν τζιτζίκια. Πρώτα μύρισα μόνο σίδερο, μια μεταλλική, ξερή μυρωδιά. Αλλά σαν έμεινα εκεί άρχισα να λαμβάνω ένα μόλις ίχνος μιας γλυκιάς, γνώριμης μυρωδιάς, σαν ένα φευγαλέο όνειρο.
«Λοιπόν;», είπε ο παππούς μου
.
«Σωστά,’ είπα, παραμένοντας για μια στιγμή, με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στην ανώμαλη επιφάνεια του κυλίνδρου.
«Αν ποτέ νιώσεις την έντονη παρόρμηση για σοκολάτα, μπορείς να έρθεις εδώ. Αυτός ο κύλινδρος έχει φτιάξει τόσο πολύ σοκολάτα που δεν πρόκειται να νοιαστεί αν έρχεσαι και τον μυρίζεις που και που.’ Έχοντας τελειώσει τελικά την μπίρα του, πέταξε το κουτάκι στο πάτωμα. Αυτό έκανε έναν θλιμμένο, υπόκωφο θόρυβο όπως τσούλησε μακριά. Συνειδητοποίησα ότι πιθανόν να μην είχε πια χρήματα να αγοράσει αλκοόλ. Σκοπεύοντας να σταματήσει να πίνει τόσο πολύ, τού είχαν περιορίσει τα χρήματα που του έδιναν. Άνοιξα το σακίδιο μου κι έβγαλα έξω τον φάκελο με τα χρήματα που σκόπευα να δώσω στον δάσκαλο μου για μια σχολική εκδρομή.
«Μπορείς να αγοράσεις λίγο ακόμη με αυτά,΄ είπα.
«Ευχαριστώ,’ είπε, κι οι ρυτίδες στις γωνίες των κόκκινων ματιών πρόδωσαν την αγαλλίαση του.»
Με το τέλος της μακριάς ιστορίας του άνδρα, το απόγευμα μας είχε καλύψει στην σκιά. Το περίγραμμα του προσώπου του έμοιαζε να εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Το αγόρι ,ξαπλωμένο ακόμη πάνω στον Τζουτζού, βρισκόταν ακίνητο στο μισοσκόταδο.
Ήθελα να του πω κάτι, πόσο πολύ αυτό το αισθάνθηκα σαν ένα βάρος στο στήθος μου. Αν δε το έκανα , έμοιαζε ότι το πρόσωπο του έπρεπε όντως να εξαφανιστεί.
«Είναι αυτό το τέλος της ιστορίας;;» είπα ήσυχα, τονίζοντας προσεκτικά κάθε λέξη.
«Είναι.» Το μαλλί πάνω στο κούτελο του ταλαντεύθηκε ελαφρά.
«Και τι συνέβη με την τάξη σου στο κολύμπι και το εστιατόριο;»
«Δεν υπάρχουν πολλά να πω. Έμαθα να κολυμπώ, κι ο παππούς μου πέθανε απά ένα κακοήθη όγκο. Αυτό είναι όλο.» Καθίσαμε για μια στιγμή ατενίζοντας στο μισοσκόταδο και μετά σηκώθηκε. Ο χρόνος είχε συρρικνωθεί καθώς μιλούσε, αλλά τώρα ξανάρχιζε.
«Καιρός να πάμε σπίτι.»
Στο άκουσμα της φωνής του πατέρα του, το αγόρι άνοιξε τα μάτια του. Τα ανοιγόκλεισε προς στιγμή, σαν να προσπαθούσε να συλλάβει ξανά το όνειρο του. Του Τζουτζού η ουρά κουνήθηκε, χαϊδεύοντας το μάγουλο του.
«Υποθέτω ότι θα σας ξαναδώ εδώ,» είπα, παίρνοντας την αλυσίδα του Τζουτζού στο χέρι μου.
«Πάμε σε μια νέα περιοχή αύριο. Μια μεγαλύτερη πόλη, πιο κοντά στα βουνά.» Το αγόρι έτρεξε πάνω του, και πήρε το χέρι του. «Πρέπει να πούμε ‘γειά’ στο εστιατόριο.» Στην άλλη πλευρά του παραθύρου, η κουζίνα σιγά-σιγά εξαφανιζόταν, σαν να βυθιζόταν μέσα σε ένα τέλμα.
«Ελπίζω να υπάρχει ένα το ίδιο ευχάριστο εστιατόριο στην νέα σου πόλη,» είπα.
Χαμογέλασε χωρίς συγκατάνευση. «Γεια χαρά,» είπε. Το αγόρι έγνεψε στον Τζουτζού, και το σχέδιο στο καπελάκι του κουνήθηκε.
«Γεια χαρά.» έγνεψα κι εγώ.
Περπάτησαν μέσα στο φως που χανόταν. Ο Τζουτζού κι εγώ σταθήκαμε να παρατηρούμε αυτούς μέχρι που έγιναν ένα μικρό σημείο στον ορίζοντα και μετά εξαφανίστηκαν. Ξαφνικά ήθελα να διαβάσω το «Καληνύχτα» τηλεγράφημα μου για μια ακόμη φορά. Μπορούσα να αισθανθώ την ακριβή υφή του χαρτιού, να δω τα γράμματα, να αισθανθώ τον αέρα της νύχτας που είχε καταφθάσει. Ήθελα να το διαβάσω αυτό ξανά και ξανά, μέχρι οι λέξεις να έλιωναν. Προσδένοντας την αλυσίδα , άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Είναι η μετάφραση μιας μετάφρασης απο τα Ιαπωνικά στα Αγγλικά του Stephen Snyder.
(A short story by YOKO OGAWA)
Ο Τζουτζού κι εγώ μετακομίσαμε εδώ ένα πρωινό με ομίχλη στην αρχή του χειμώνα. Δεν υπήρχαν και πολλά πράγματα να μεταφέρουμε- μόνο μια μικρή ντουλάπα, ένα γραφείο και λίγα κουτιά. Ήταν αρκετά απλό. Καθισμένη στην σκεπαστή βεράντα, είχα την προσοχή μου στο ξερό ήχο που έκανε ένα μικρό φορτηγό μέσα στην ομίχλη. Ο Τζουτζού μύριζε γύρω από το σπίτι, επιθεωρώντας τον τοίχο και το τζάμι στην πόρτα, σαν να καθησύχαζε τον εαυτόν του για το νέο σπίτι. Το ρουθούνισμα του έμοιαζε γκρινιάρικο κι όπως μύριζε, το κεφάλι του έγειρε στην μια πλευρά.
Η ομίχλη απομακρυνότανε απαλά-απαλά σε κύματα. Δεν ήταν το είδος της αποπνικτικής ομίχλης που καταπίνει το καθετί. Στην πραγματικότητα, αυτή η ομίχλη φαινότανε πτωχή και σχεδόν διαφανής, σαν ένα ψυχρό, λεπτό πέπλο που μπορούσες να το φθάσεις και να το αγγίξεις.Έμεινα καρφωμένη σε αυτήν για πολύ ώρα, στηριζόμενη στα κουτιά, μέχρι που αισθάνθηκα ότι μπορούσα να δω κάθε σταγόνα της ομίχλης που έμοιαζε με σταγόνα γάλακτος. Από το μύρισμα ο Τζουτζού είχε κουραστεί κι είχε κουλουριαστεί στα πόδια μου.Αισθανόμενη ένα ρίγος στην πλάτη μου, ξεκόλλησα την ταινία που έκλεινε το κουτί όπου στηριζόμουνα ,το άνοιξα, τράβηξα έξω ένα πουλόβερ και το φόρεσα. Ένα πουλί πέταξε ίσια πάνω στην ομίχλη κι εξαφανίστηκε.
Ο αρραβωνιαστικός μου ερωτεύτηκε το σπίτι πρώτος.
«Μοιάζει λίγο παλιομοδίτικο;» είπα, τρίβοντας το δάχτυλο μου πάνω σ’ ένα ξεθωριασμένο από τις καταιγίδες παραθυρόφυλλο.
«Παλιό, αλλά όμορφο και καλοφτιαγμένο,»είπε, κοιτάζοντας μια χοντρή κολόνα.
«Η στόφα κι ο θερμοσίφωνας είναι παμπάλαια»,είπα καθώς άνοιξα το κουμπί στον φούρνο. Έκανε ένα ξερό κλικ. Τα πλακάκια στους τοίχους της κουζίνας είχαν προσεκτικά σφουγγαριστεί, αλλά ήταν κομματιασμένα και το τσιμέντο ανάμεσα στα κομμάτια δημιουργούσε ένα περίτεχνο γεωμετρικό σχήμα
«Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον.» είπε στην γυναίκα από το μεσιτικό γραφείο. «Η στόφα είναι Γερμανική, και πρακτικά μια αντίκα. Πρέπει νάναι πολύ σπάνια»
«Είναι», είπε αυτή, συγκατανεύοντας με έμφαση. «Την εγκατέλειψε ένας Γερμανός φοιτητής που νοίκιαζε το μέρος αρκετά χρόνια πριν. Είναι μια γνήσια Γερμανική στόφα».Τόνισε με έμφαση την λέξη «Γερμανική»
«Ε, τότε αυτή ποτέ δεν θα χαλάσει», είπε αυτός και μου χαμογέλασε.
Επιθεωρήσαμε την κρεβατοκάμαρα, το λουτρό, το σαλόνι, ελέγξαμε τις πόρτες, ψάξαμε για σκουριά στους σωλήνες, κι ερευνήσαμε τις ηλεκτρικές πρίζες και τους διακόπτες. Δεν μας πήρε πολύ. Όλα τα δωμάτια ήταν μικρά αλλά συγχρόνως είχαν και μια «ζεστασιά». Όταν ήρθαμε στην κλειστή βεράντα, κοίταξε έξω στην αυλή μέσα από το τζάμι. Ήταν άδεια τελείως. Χωρίς φυτά, χωρίς λουλούδια, τίποτε εκτός από λίγο τριφύλλι φυτρωμένο περιστασιακά.
«Ας το πάρουμε», είπε. «Θάναι, επίσης, τέλειο και για τον Τζουτζού»
«Θα είναι καλό για τον Τζουτζού», συμφώνησα
Το πιο σημαντικό πράγμα ήταν ότι θα βρίσκαμε ένα μέρος όπου θα μπορούσαμε να ζήσουμε με τον Τζουτζού. Πέρα απ΄ αυτό πολύ λίγα πράγματα μπορούσαμε να κάνουμε για την ετοιμασία του γάμου μας, ειδικά κιόλας που καθένας μας ξέραμε ότι είμαστε κατά του γάμου.
Όσες φορές είπαμε σε κάποιον ότι σκεφτόμασταν την πιθανότητα αυτή, παίρναμε σαν απάντηση ένα μετέωρο βλέμμα και μια παρατεταμένη σιωπή. Πρέπει πραγματικά να δώσετε χρόνο στον εαυτό σας να το σκεφτεί αυτό, λέγαμε αταλάντευτα. Οι λόγοι ήταν οι γνωστοί. Είχε πάρει διαζύγιο. Προσπαθούσε να πάρει την άδεια εξάσκησης δικηγόρου εδώ και δέκα χρόνια. Είχε υψηλή πίεση κι υπέφερε από ημικρανίες. Ήταν υπερβολικά μεγάλη η διαφορά στα χρόνια μας κι ήμασταν πολύ φτωχοί.
Ο Τζουτζού χασμουρήθηκε. Είχε ξαπλώσει στην αυλή τώρα και φάνταζε χαριτωμένος ενώ οι μαύρες και καφέ κηλίδες του δημιουργούσαν μια παραστατική αντίθεση με τη σειρά του τριφυλλιού. Η ομίχλη αραίωνε και δειλά δειλά εμφανιζόντουσαν ακτίνες ηλίου εδώ κι εκεί.
Πέρασε από το μυαλό μου ότι κάτι θάπρεπε να κάνω. Θα μπορούσα να τοποθετήσω νέες κουρτίνες η να βάψω το μπάνιο, η θα μπορούσα να τοποθετήσω ναφθαλίνη στα συρτάρια. Ήταν γεγονός ότι σ΄ αυτό το παλιό σπίτι χρειαζόντουσαν να γίνουν μια σειρά βελτιώσεις. Σε τρεις βδομάδες, ο αρραβωνιαστικός μου κι εγώ θα παντρευτούμε, σε μια μικρή τελετή, με μόνους παρόντες τους δυο μας. Και μετά αυτός θα μετακομίσει εδώ. Στο μεταξύ, από μένα εξαρτιόταν νάχω το σπίτι έτοιμο.
Αλλά τώρα το μόνο που ήθελα είναι να παρατηρώ την ομίχλη. Δεν υπήρχε ανάγκη να βιαστώ, κι είχα αποφασίσει ν΄απολαύσω πλήρως αυτές τις τρεις τελευταίες βδομάδες που θα ήμουνα ελεύθερη.
Την επομένη μέρα έβρεχε. Έβρεχε όταν ξύπνησα, κι έβρεχε όλη την μέρα χωρίς σταματημό. Σταγόνες γλιστρούσαν στο παράθυρο η μια μετά την άλλη σαν νήμα. Το σπίτι γύρω-γύρω, οι συνδέσεις της τηλεφωνικής γραμμής, το σπιτάκι του Τζουτζού, κάθε τι είχε μουσκέψει από το νερό.
Δεν έκανα τίποτε με τα κουτιά. Το πρωινό πέρασε διαβάζοντας παλιά γράμματα και χαζεύοντας άλμπουμ με φωτογραφίες, όταν ξαφνικά αισθάνθηκα ότι ήρθε το μεσημέρι. Σκέφθηκα να φτιάξω κάτι να φάω, αλλά δεν είχα τα κατάλληλα πιάτα και σκεύη στην κουζίνα. Και θάταν μεγάλος μπελάς να βγω για κάτι έξω στην βροχή.Στο τέλος, έβρασα νερό να φτιάξω στιγμιαία σούπα και ροκάνισα μερικά κράκερ που φύλαγα για μια ώρα ανάγκης. Η Γερμανική στόφα άναψε αμέσως.
Το αφιλόξενο δωμάτιο και το κρακεράκι που έγινε κομμάτια στο στόμα μου έκαναν τον ήχο της βροχής να φαίνεται ξεχωριστά θλιμμένος. Ήθελα να ακούσω την φωνή του αρραβωνιαστικού μου, αλλά δεν υπήρχε τηλέφωνο. Ούτε τηλεόραση η ράδιο η στέρεο. Μην έχοντας τίποτε να κάνω, πήγα στο μπροστινό δωμάτιο, όπου ο Τζουτζού βρισκότανε στο πάτωμα, και τύλιξα τα χέρια μου στο λαιμό του. Ξαφνιασμένος αυτός στριφογύρισε και κούνησε την ουρά του εκφράζοντας την ευχαρίστηση του.
Το απόγευμα, αποφάσισα να ξαναβάψω το μπάνιο. Όπως τα άλλα δωμάτια του σπιτιού ήταν μικρό, μόλις ένας πορσελάνινος νιπτήρας, μια χρωμιωμένη βρύση και μια κρεμάστρα για πετσέτες. Ακόμη, δεν σε έπιανε αποπληξία εκεί μέσα, πιθανόν επειδή το ταβάνι ήταν ψηλό κι υπήρχε ένα μεγάλο παράθυρο. Το δωμάτιο ήταν βαμμένο σε μια ρομαντική απόχρωση του ροζ, από τον Γερμανό φοιτητή , υπέθεσα.Υπήρχαν ανεπαίσθητα ίχνη χρώματος στο περίγραμμα των πλακακιών, αλλά είχαν ξεθωριάσει μετά από πολλά χρόνια ατμού και σαπουνιού.
Ντύθηκα με παλιά ρούχα κι έβαλα πλαστικά γάντια. Έβαλα μπρος τον ανεμιστήρα εξαερισμού κι άνοιξα το παράθυρο. Ακόμη έβρεχε.
Το φρέσκο χρώμα φαινόταν καλύτερο στους τοίχους απ’ ότι περίμενα, και το λουτρό σύντομα έγινε λαμπρό κι ελκυστικό. Περιστασιακά, μια σταγόνα βροχής πέρασε μέσα από το παράθυρο, και προσγειώθηκε στην επιφάνεια που μόλις είχα βάψει. Πήγα το πινέλο προς τα εκεί προσεκτικά, συγκεντρώνοντας χρώμα ώστε να κάνω μια λεία κάλυψη. Καθώς ήμουνα στα μισά, ακούστηκε το κουδούνι της μπροστινής πόρτας. Πρώτη φορά τ΄ακουγα, κι αυτό μ’ έκανε να εκπλαγώ. Υπήρχε κάτι άγριο στον ήχο, σαν την κραυγή ενός ζώου.
Όταν άνοιξα την πόρτα, βρήκα ένα αγόρι, πιθανόν τριών χρονών, κι έναν άνδρα περίπου στα τριάντα, που φαινόταν να ήταν πατέρας του παιδιού. Φορούσαν ίδια πλαστικά αδιάβροχα, με τις κουκούλες πάνω στα κεφάλια τους. Τα αδιάβροχα έσταζαν κι η βροχή έπεφτε απ’ αυτά στο πάτωμα.
«Συγνώμη που σε ενοχλούμε μια τέτοια βροχερή μέρα», είπε ο άνδρας, χωρίς να συστηθεί η να πει γιατί είχε έρθει.«Τώρα μετακόμισες εδώ;»
Ήμουν λίγο έκπληκτη. «Λοιπόν,»ρώτησα αόριστα
«Είναι μια όμορφη γειτονιά»,συνέχισε ο άνδρας, ρίχνοντας μια ματιά στον Τζουτζού, που βρισκότανε τεντωμένος στο πάτωμα. «Κοντά στον ωκεανό, αλλ΄ ακόμη πολύ ήσυχη». Το παιδί έμενε σιωπηλό, κρατώντας σφιχτά το χέρι του πατέρα του. Οι κίτρινες του μπότες, μικροσκοπικές σαν παιγνίδια, ήταν επίσης καλυμμένες με σταγόνες βροχής. Υπήρχε μια σιωπή.
«Σε βασανίζει κάποια αγωνία;»ρώτησε απότομα ο άνδρας. Όταν άκουσα αυτό, αντιλήφθηκα ότι προφανώς ήταν μέλος κάποιου είδους αίρεσης. Αυτοί που προσηλυτίζουν από αυτές τις ομάδες βρίσκουν συχνά μέρες που ο καιρός είναι κακός, και πάντοτε κουβαλάνε παιδιά μαζί τους , γεγονός που πάντοτε με πείθει .Ακόμη, υπήρχε κάτι σε αυτούς τους δύο που είχε μια διαφορετική αίσθηση από όσους είχα αντιμετωπίσει μέχρι τώρα. Ήταν γεγονός, υπήρχε κάτι που τους έκανε να ξεχωρίζουν από κάθε άλλον που είχε χτυπήσει την πόρτα μου.
Κατ’ αρχάς δεν κράταγαν τίποτε στα χέρια. Ούτε φυλλάδια ούτε βιβλία ούτε κασέτες.Επίσης δεν είχαν ομπρέλες. Στέκονταν εκεί κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου με τα ελεύθερα χέρια να αιωρούνται κατευθείαν κάτω στο πλάι τους. Έδιναν μια εικόνα απλής σεμνότητας.
Ακόμη περισσότερο, κανείς από αυτούς δεν χαμογελούσε, αναμφίβολα όχι το επίμονο, υπερβολικής αυτοπεποίθησης γέλιο που βλέπεις στους φανατικούς κάποιας θρησκείας. Από την άλλη πλευρά, δεν εμφανίζονταν βλοσυροί η αντικοινωνικοί. Είχα την εντύπωση ότι θα εξαφανιζόντουσαν αν κάρφωνα το βλέμμα μου πάνω τους για πολλή ώρα. Ακόμη, παρόλη την εύθραυστη ποιότητα, η εμφάνιση τους μου έκανε μεγάλη εντύπωση.
Δεν είμαι σίγουρη γιατί, αλλά αποφάσισα να προσπαθήσω να απαντήσω στην ερώτηση του άνδρα.Επανέλαβα την λέξη ‘αγωνία’ στον εαυτόν μου λίγες φορές, αλλά η έννοια παρέμενε κάπου απλησίαστη, σαν να ήταν ένας δύσκολος φιλοσοφικός όρος. Όπως περίμεναν, στέκονταν κοιτάζοντας τον Τζουτζού κι εμένα ενώ η βροχή ακόμη έσταζε από τα αδιάβροχα τους.
«Είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση», είπα, αργώντας αρκετά.
«Είναι πράγματι», είπε ο άνδρας.
«Πρώτα απ’ όλα, δεν είμαι πραγματικά σίγουρη ότι καταλαβαίνω την έννοια της λέξης ‘αγωνία’. Τρόπος του λέγειν, η βροχή τον χειμώνα, οι βρεγμένες μπότες, η αυτό το σκυλί που κάθεται εδώ δίπλα στην πόρτα θα μπορούσαν να θεωρηθούν ένα είδος αγωνίας».
« Σωστά το ορίζεις»,είπε ο άνδρας, συγκατανεύοντας αρκετές φορές. «Σχεδόν πάντα κάθε τι μοιάζει να μας διαφεύγει όταν προσπαθούμε να το ορίσουμε».Μετά απ΄ αυτό δεν είπε τίποτε περισσότερο. Ήταν μια άχαρη σιωπή, τής μορφής που δεν μπορείς να προσποιηθείς ότι δεν αντιλήφθηκες.Θα μπορούσα να τους είχα ζητήσει να φύγουν, θα μπορούσα να τους είχα πει ότι ήμουν απασχολημένη. Έξαλλου έβαφα και το σπίτι. Ήταν γεγονός ότι δεν είχα προφανώς κάτι να κάνω με την ιδιαίτερη αύρα που έμοιαζαν να εκπέμπουν.
«Μπορώ ν’ απαντήσω απόλυτα. Δεν είμαι σίγουρη ότι βλέπω κάποια σύνδεση ανάμεσα σε σένα και μένα και την ερώτηση σου. Είμαι εδώ, εσύ εκεί, κι η ερώτηση πλανάται ανάμεσα μας και δεν βλέπω κάποιο λόγο να αλλάξω οτιδήποτε αυτής της κατάστασης. Είναι σαν την βροχή που πέφτει χωρίς να νοιάζεται για τα αισθήματα του σκύλου».Κοίταξα κάτω, τρίβοντας το δάχτυλο μου στις κηλίδες της μπογιάς πάνω στα ρούχα μου.
«Η βροχή πέφτει χωρίς να νοιάζεται για τα αισθήματα του σκύλου».Επανέλαβε τις λέξεις ήσυχα σαν να μίλαγε στον εαυτό του. Ο Τζουτζού έριξε το κεφάλι του πίσω και χασμουρήθηκε.«Νομίζω ότι μπορούσες να πεις ότι αυτό ήταν μια τέλεια απάντηση, και δεν χρειάζεται να σε ενοχλούμε περισσότερο.Θα πηγαίνουμε τώρα. Γεια χαρά».
Ο άνδρας υποκλίθηκε ευγενικά και μια στιγμή αργότερα το αγόρι έκανε την ίδια κίνηση. Μετά εξαφανίστηκαν στην βροχή. Ήταν μια άμεση αναχώρηση, χωρίς φανφάρες η παρατεταμένους αποχαιρετισμούς.
Για ένα λεπτό, έμεινα εκεί αναρωτώμενη γιατί είχαν έλθει και γιατί έφυγαν, αλλά τότε θυμήθηκα το βάψιμο μου και σταμάτησα να τους σκέφτομαι.Όπως έκλεισα την πόρτα, παρατήρησα ότι δύο μικρές λιμνούλες είχαν σχηματιστεί εκεί που στεκόντουσαν.
Κρέμασα ένα ράφι για μπαχαρικά στον τοίχο της κουζίνας, κέρωσα το πάτωμα στο χολ, και φύτεψα μια σειρά λουλουδιών σε μια γωνιά της αυλής, και προτού το πάρω χαμπάρι είχαν περάσει αρκετές μέρες. Περπάταγα μέσα στο σπίτι κάνοντας τις δουλειές ρουτίνας στη σιωπή.
Υπήρχαν πάρα πολλά να κάνω κι επιπλέον ο γάμος ήταν τόσο κοντά που δεν ήμουν για λίγο μόνη, παρ’ όλη την μοναχικότητα μου. Ακόμη, τώρα και τότε, όταν χρειάστηκα μια αλλαγή του σκηνικού, πήρα τον Τζουτζού έξω για μια βόλτα.
Περιπλανηθήκαμε ψάχνοντας για τα πράγματα που θα χρειαζόμασταν για την ζωή μας στο νέο σπίτι, μια τράπεζα, ένα κομμωτήριο, ένα φαρμακείο, ένα ψιλικατζίδικο. Δύσκολα μπορούσες να αποκαλέσεις την γειτονιά ζωηρή, αλλά είχε όλα τα βασικά. Κατά διαστήματα, θα βγάζαμε ένα ηλικιωμένο άτομο, έξω για ένα ήσυχο περίπατο.
Νωρίς ένα απόγευμα, αφού κάναμε τη βόλτα μας σ’ ένα λαβύρινθο από στενούς δρόμους, ανεβήκαμε ένα ύψωμα και βρεθήκαμε σε ένα ηλιόλουστο ανάχωμα που βρισκόταν κατά μήκος της ακτής. Πέρα από τη πλαγιά, η λεπτή γραμμή της θάλασσας έσμιγε με το μπλε του ουρανού. Φορτηγά πλοία στιγμάτιζαν τον ορίζοντα. Ο Τζουτζού ξέσπασε μ’ ένα τρέξιμο, κι η αλυσίδα του έκανε κρακ από το τέντωμα, γυαλίζοντας στο φως. Κάθε τι φαινότανε να λούζεται σε μία απαλή ζεστασιά.
Καθώς περπατούσαμε κατά μήκος της πλαγιάς, η θάλασσα βαθμιαία απλωνότανε πλάι μας. Οι γλάροι πετούσαν τόσο κοντά που φαινότανε ότι μπορούσες να τους φθάσεις και να τους αγγίξεις. Ένα κόκκινο φορτηγό του ταχυδρομείου μας πέρασε, κινούμενο αργά. Στη βάση του αναχώματος υπήρχε ένα δημοτικό σχολείο. Ήταν ένα συνηθισμένο τρίτης γενιάς κτίριο από μπετό, κολλητά μ΄ ένα Γυμνάσιο, τα συνήθη κουτιά για τα παπούτσια των μαθητών δίπλα στην πόρτα, κι ένα κλουβί κουνελιών σε μια γωνιά δίπλα στην παιδική χαρά. Ο Τζουτζού όρμησε ξαφνικά στη χορταριασμένη πλαγιά, κινούμενος μπροστά κατευθείαν για την πίσω είσοδο του σχολείου. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να τον ακολουθήσω, και να πως τους βρήκα, να στέκονται δίπλα σ΄ ένα παράθυρο της πύλης.
Εκτός από τ΄ αδιάβροχα, έμοιαζαν ακριβώς το ίδιο. Κρατώντας ο ένας το χέρι του άλλου στέκονταν πολύ κοντά. Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα με θυμόντουσαν, αλλ’ ο άνδρας φάνηκε αμέσως ότι με αναγνώρισε.
«Συγνώμη που σε είχαμε ενοχλήσει εκείνη τη μέρα»,είπε κάνοντας την ίδια ευγενική υπόκλιση.
«Όχι καθόλου», είπα, υποκλινόμενη γρήγορα σε ανταπόδοση. Ο Τζουτζού δρασκέλιζε ανάμεσα μας, κροταλίζοντας την αλυσίδα του σε έξαρση. Το αγόρι δεν μπορούσε να τραβήξει τα μάτια του από το σκυλί. «Εργάζεσαι;», ρώτησα, αναρωτώμενη αν η λέξη ‘εργασία’ ήταν η σωστή.
«Όχι, έχουμε ένα σύντομο διάλειμμα, απάντησε ο άνδρας.
Δεν ήμουν σε θέση να πω από τα αδιάβροχα τους, αλλά ήταν εξαιρετικά καλοντυμένοι.Ο άνδρας φορούσε ένα κομψό κοστούμι σε χρώμα σκούρο πράσινο. Και τ’ αγόρι φορούσε ένα ολόμαλλο πουλόβερ και πεντακάθαρες άσπρες κάλτσες για τα γόνατα. Για νωρίς τ’ απόγευμα και σε μια τέτοια απίθανη γειτονιά, ήταν εντελώς ευκολοδιάκριτοι.
«Πολύ όμορφο σκυλάκι»
«Ευχαριστώ»
«Πως το ονομάζεται;»
«Τ’ όνομα του είναι Τζουτζού. Ο γιος σας είναι κι αυτός πολύ χαριτωμένος, ».
«Ευχαριστώ».
«Πόσων χρονών είναι;»
«Τριών χρονών και δύο μηνών».Μετά από αυτή την ανταλλαγή, δεν φαινότανε τίποτε άλλο να συζητήσουμε. Η σιωπή έφθασε ξαφνικά σαν τον άνεμο, κι υπενθύμισα στον εαυτόν μου ότι το μόνο πράγμα που παρέμενε ανάμεσα μας ήταν ‘αγωνία’. Μπήκα στον πειρασμό ν΄ αποδράσω πριν αυτός πει την λέξη ξανά, αλλά μια γρήγορη σκιά που φάνηκε στα μάτια του με κράτησε εκεί.
Η περιοχή γύρω από την πίσω πύλη του σχολείου βρεχόταν με θόρυβο από την θάλασσα, ένα ρεκόρντερ κι ένα όργανο έπαιζαν στο δωμάτιο της μουσικής, τα παιδιά έτρεχαν στην παιδική χαρά, ένας δάσκαλος σφύριζε, κι ο αδύναμος ήχος της σειρήνας ενός πλοίου ακουγότανε από την θάλασσα.Κοίταξα κάτω στο έδαφος και προσπάθησα να διαχωρίσω κάθε τύπο ήχου από τούς άλλους. Ο Τζουτζού είχε βρει ένα σημείο που του ταίριαζε, κουλουριαζότανε γύρω από ένα ξυλοστάτη της πύλης.
«Μπορώ να χαϊδέψω το σκύλο σας;» ρώτησε το αγόρι ξαφνικά. Ήταν η πρώτη φορά που το άκουγα να μιλάει, αλλά η φωνή του ήταν δυνατή και καθαρή.
«Φυσικά», αποκρίθηκα, ανακουφισμένη που κάποιος είχε σπάσει την σιωπή.«Τού αρέσει αν του το κάνεις εδώ», πρόσθεσα, τρίβοντας τον λαιμό του Τζουτζού. Ο Τζουτζού έκλεισε τα μάτια του κι έγλειψε το μάγουλο μου με την χλωμή-ροζ γλώσσα του.To αγόρι άφησε το χέρι του πατέρα του και δειλά πλησίασε για να χαϊδέψει τα καπούλια του Τζουτζού. Τα παχουλά μικρά του δάχτυλα εξαφανίστηκαν πάνω στο γεμάτο βούλες τρίχωμα.
«Δουλεύετε εδώ στο σχολείο;» ρώτησα, γυρνώντας προς τον άνδρα.
«Όχι, απλά ψάχνουμε στο εστιατόριο».Πρόφερε την λέξη ‘εστιατόριο’ αργά, σαν να είχε ειδική σημασία, κι έριξε μια ματιά στο μεγάλο παράθυρο δίπλα μας.
«Το εστιατόριο;»
«Ναι»,συγκατάνευσε.
Το παράθυρο ανήκε καθαρά στο εστιατόριο. Το γεύμα κατά τα φαινόμενα είχε μόλις τελειώσει, και τα πιάτα πλενόντουσαν. Μεγάλα κλουβιά σαν καλάθια που γέμιζαν με πιάτα και πιατέλες και μαχαιροπίρουνα κινιόντουσαν κατά μήκος ταινιοδρόμων σ’ ένα ήσυχο ρυθμό, σαν τα άλογα του ιπποδρόμου.Κατά μήκος των ταινιών, υπήρχαν ποικίλοι σταθμοί που έμοιαζαν με τους εγχυτήρες απολυμαντικού στις πισίνες κολύμβησης. Όταν ένα καλάθι έφθανε ένα σταθμό, εξαφανιζότανε για λίγα δευτερόλεπτα σε μια ομίχλη υγρού που ψεκαζότανε από ακροφύσια σ’ όλες τις πλευρές και τότε εμφανιζόταν ξανά στην άλλη πλευρά στεγνό και λαμπερό.
«Για κάποιο λόγο, αυτό τον εντυπωσιάζει. Θα μπορούσε να το παρακολουθεί και όλη μέρα αν τον άφηνα».
«Αναρωτιέμαι τι βρίσκει τόσο ενδιαφέρον;»
«Δεν ξέρω. Τα παιδιά κολλάνε με την σκέψη τους σε παράξενα πράγματα».Ο άνδρας χαμογέλασε για πρώτη φορά στην παρουσία μου, όχι με το χαμόγελο ενός ανθρώπου κάποιου δόγματος φυσικά , αλλά κάτι απλούστερο και πιο φυσικό.
«Μου είναι δύσκολο να καταλάβω την σχέση ενός μικρού γλυκού αγοριού και σε ένα εστιατόριο».
«Πιθανόν είναι κάποιο παράξενο σύνθετο κύκλωμα που είναι αδύνατο σε μας να φαντασθούμε»,μουρμούρισε ο άνδρας.Το αγόρι είχε γρήγορα εξοικειωθεί με τον Τζουτζού και τώρα τράβαγε την ουρά του και καβαλούσε πάνω του. Ο Τζουτζού ανεχόταν υπομονετικά αυτή την μεταχείριση.
Στο εστιατόριο, εργάτες με άσπρες φόρμες, μάσκες, και καπέλα έκαναν την δουλειά τους πίσω κι εμπρός ανάμεσα στους ταινιοδρόμους. Ένας απ’ αυτούς ρύθμισε τα ακροφύσια του εγχυτήρα ενώ ένας άλλος έπαιρνε
τα καθαρά πιάτα από το τελείωμα του ταινιοδρόμου και τα έβαζε στο στεγνωτήριο .Όλοι δούλευαν γρήγορα μέσα σε μια σιωπή, και τ’ όλο μέρος, οι μηχανές, τα πατώματα, τα παράθυρα έμοιαζαν ν΄ αστράφτουν από καθαριότητα. Έμοιαζε περισσότερο μ΄ ένα μικρό παραγωγικό εργοστάσιο παρά με μια σχολική εστία.
«Είναι γεγονός, είναι πιο ενδιαφέρον να παρακολουθείς το πρωί», είπε ο άνδρας.
«Αλήθεια;»Τώρα ήμασταν στοιχισμένοι, στηριζόμενοι στο παράθυρο.
«Φυσικά. Παρασκευάζουν φαγητό για περισσότερα από χίλια παιδιά, χίλια ψωμάκια, χίλιες τηγανητές γαρίδες, χίλιες φέτες λεμονιού, χίλια φλυτζάνια γάλα. Μπορείς να φανταστείς;»
Κούνησα το κεφάλι μου.
«Όταν τέτοιες τεράστιες ποσότητες τροφής απλώνονται μπροστά σου, ούτε κι ένας ενήλικας δεν θα γινόταν να μην εντυπωσιαστεί».Έτριψε το θολωμένο παράθυρο, κι όπως έκανε αυτό το χέρι του ήρθε τόσο κοντά στο πρόσωπο μου που φοβήθηκα ότι μπορούσε να αισθανθεί την αναπνοή μου. Τα δάχτυλα του ήταν μακριά και λεπτά.«Χίλια κρεμμύδια, δέκα κιλά βούτυρο, πενήντα λίτρα ελαιόλαδου, εκατό πακέτα μακαρόνια. Κάθε τι υπολογισμένο τέλεια, και να δουλεύει σαν ρολόι .Είχαν εξοπλισμό τελευταίας τεχνολογίας, το μόνο που είχαν να κάνουν ήταν να προγραμματίσουν το κομπιούτερ για τις τηγανητές γαρίδες-νομίζω ότι το δωμάτιο ελέγχου είναι στο πάνω πάτωμα- κι οι μηχανές άρχιζαν να το κάνουν. Υπήρχε ακόμη και μια μηχανή για επεξεργασία της γαρίδας. Διασκεδαστικό, όχι;». Έριξε μια ματιά σε μένα και μετά κοίταξε ξανά στο εστιατόριο.
«Οι γαρίδες στοιχίζονται όλες στο μήκος τους πάνω στον ταινιόδρομο, και σ’ ένα σημείο ένα μαχαίρι κατεβαίνει και κόβει αυτές στο σβέρκο τους.Ποτέ δεν αποκλίνει από το σημείο που θα κόψει ούτε τρίχα. Αν μείνεις σε αυτό με καρφωμένο το βλέμμα για πολύ, αυτό θα σε ζαλίσει. Μετά η γαρίδα κινείται σε άλλους σταθμούς, όπου επαλείφετε με αλεύρι κι αυγά και αλεσμένο ψωμί κι είναι όλα τόσο καλά διευθετημένα που επαλείφονται ομαλά χωρίς να χάνεται τίποτε. Στο τέλος του ταινιοδρόμου, μουσκεύονται στο λάδι, τόσο πειθήνια σαν να έχουν υπνωτισθεί. Και, τελικά, έβγαιναν έξω την κατάλληλη στιγμή έτσι γινόντουσαν ένα τέλειο χρυσό καφέ χρώμα, ούτε ωμές ούτε καμένες».
Ο άνδρας έκλεισε τα μάτια του για ένα λεπτό. Το πλύσιμο των πιάτων συνεχιζότανε, και κανένας δεν φαινότανε να δίνει σημασία σε μάς. Από το δωμάτιο της μουσικής τώρα, μπορούσα ν’ ακούσω καστανιέτες και τρίγωνα.
«Το περιέγραψες όμορφα», είπα. «Τώρα μπορώ να τα ζωγραφίσω, χίλιες γαρίδες να έρχονται μία-μία στην ευθεία».
«Είμαι ευτυχής», είπε, ισιώνοντας τα μαλλιά του. Μια ελαφριά μυρωδιά κολόνιας ήρθε στη μύτη μου, σαν μια θαλασσινή φρέσκια οσμή.
«Και πόσο διαρκεί το πλύσιμο;» ρώτησα, καθώς τα συρμάτινα καλάθια περνούσαν το ένα μετά το άλλο.
«Μέχρι περίπου την ώρα που τα παιδιά φεύγουν από το σχολείο».
«Φαίνεται να ξέρεις πολλά για αυτό», είπα. «Ένας πραγματικός γνώστης του εστιατορίου».
«Όχι καθόλου», είπε, χαμογελώντας δειλά»Συνηθίζουμε να κάνουμε βόλτες στην γειτονιά σχεδόν ένα μήνα, και σταματάμε εδώ κάθε μέρα.Ερχόμαστε όταν ο γιος μου είναι σε κακή διάθεση, η μερικές φορές όταν χρειάζομαι ένα διάλειμμα. Δεν υπήρχε εστιατόριο στο σχολείο στην γειτονιά που ήμασταν πριν, κι αυτό φαινότανε λίγο μελαγχολικό. Απ’ όλα τα εστιατόρια που έχουμε δει, αυτό είναι πρώτης τάξης».Επειδή δεν ήμουνα σε θέση να πω κάτι, απλά συγκατένευσα. Ούτε καν είχα κάνει ποτέ την παραμικρή σκέψη ότι πιθανόν να υπάρχουν διαφορετικές τάξεις εστιατορίου.
«Έτσι εσύ γυρίζεις τις γειτονιές και κάνεις δημοσκοπήσεις η τον ιεραπόστολο. Είναι έτσι;». Όταν μίλησα διάλεξα τις λέξεις όσο πιο προσεκτικά μπορούσα.
“Λοιπόν, ναι, κάτι τέτοιο». Αφότου αναφέρθηκα στη δουλειά του, έγινε λιγότερο ομιλητικός.Αυτό ήταν σαν να ήταν αυτός πιο βολικός με την λέξη ‘εστιατόριο’ από την ‘αγωνία’. Κουρασμένο από το χάιδεμα του Τζουτζού το αγόρι ήρθε και στάθηκε ανάμεσα μας. Τούφες από το τρίχωμα του σκυλιού είχαν κολλήσει στο πουλόβερ του μπροστά.
«Μπαμπά, τι έχουν για φαγητό αύριο;»
«Χάμπουργκερ, θάλεγα».
«Πως το ξέρεις;»
«Τους είδα να μεταφέρουν την κρεατομηχανή από την αποθήκη, εκείνη που μοιάζει σαν μια μεγάλη μηχανή χιονιού. Έτσι είμαι σχεδόν σίγουρος.
«Ωραία!» είπε το παιδί. Ο άνδρας σκούπισε ξανά το παράθυρο, και για λίγα λεπτά παρατήρησα τα προφίλ των προσώπων τους από την αντανάκλαση τους στο τζάμι.
Σιγά-σιγά, κάθε τι τακτοποιήθηκε. Μερικοί φίλοι σαν δώρο γάμου έστειλαν ένα πάπλωμα, τ’ άσπρα πιατάκια τακτοποιήθηκαν στην σειρά στα ράφια, και το πλυντήριο εγκαταστάθηκε. Ολ’ αυτά τα αντικείμενα περίμεναν ήσυχα να ξεκινήσει η νέα μας ζωή.
Ο αρραβωνιαστικός μου ήρθε μια Κυριακή κι επέκτεινε την σκεπαστή βεράντα για να φτιάξει μια απλώστρα για τα ρούχα. Είχε βρει κάποια φθηνά ξύλα για στύλους, που τα έχωσε σε βαθιές τρύπες στην αυλή. Έπειτα έτριψε με γυαλόχαρτο κάποια μπαμπού μέχρι να γίνουν λεία και τα τοποθέτησε οριζόντια πάνω στους στύλους. Όταν τελείωσε, καθίσαμε στην βεράντα και καμαρώσαμε την εργασία του.
Δεν αντέχαμε οικονομικά να τηλεφωνιόμαστε, έτσι έπρεπε να στέλνουμε τηλεγραφήματα όταν θέλαμε να έρθουμε σ’ επαφή μεταξύ μας. Μερικά απ’ αυτά αφορούσαν σημαντικά πράγματα, ‘Πρόβα γάμου στην εκκλησία, επόμενη Κυριακή 10 μμ’ η ‘Αλλαγή διεύθυνσης’, άλλα ήταν απλούστερα. Υπήρχε ένα που ήταν μόνο δυο λέξεις:’Καλή νύχτα’. Αυτό είχε έρθει μόλις ετοιμαζόμουν να πέσω να κοιμηθώ, κι αυτό το έκανε ξεχωριστά γλυκό και τρυφερό. Στεκόμενη με το νυχτικό στο ημίφως του χολ, πρέπει νάχα διαβάσει εκείνες τις λέξεις ίσως και πενήντα φορές. Κάθε γράμμα έμοιαζε να βυθίζεται στο μυαλό μου.
Ο Τζουτζού που είχε ζυπνήσει από ένα βαθύ ύπνο με την άφιξη, με παρακολουθούσε αποδοκιμαστικά με τα μισάνοιχτα μάτια του.
Μετά από την συνάντηση μας, έκανα συνήθεια να περπατάω κατά μήκος της πλαγιάς πάνω από το σχολείο όποτε έβγαζα τον Τζουτζού έξω. Αλλά δεν ξανάδα κάποιον στην πύλη.Ούτε μπορούσα να δω στο παράθυρο του εστιατορίου από την κορυφή του υψώματος, όσο και να κοίταζα. Φαινόταν να καλύπτεται από κάτι ομιχλώδες, και δεν μπορούσα να πώ αν ήταν ατμός η σπρέι η κάτι άλλο. Μια φορά, είδα ένα φορτηγό με το λογότυπο μιας εταιρείας κοτόπουλων στα πλευρά του να παρκάρει δίπλα στην πύλη. Καθώς περπατούσα κατά μήκος της πλαγιάς, είδα τα πουλιά, φουσκωμένα πάνω στον ταινιόδρομο, με μάτια απλανή όπως μετακινούντο σε ποικίλα προσεκτικά σχεδιασμένα βήματα που θα τα μετέτρεπαν σε τηγανητά κοτόπουλα.
Τελικά συνάντησα τον άνδρα και τον γιο του ένα απόγευμα δέκα μέρες αργότερα. Καθόντουσαν σε κάτι κιβώτια παρατημένα κάτω από το παράθυρο του εστιατορίου.Το αγόρι φόραγε ένα ζεστό μάλλινο σκούφο με μια φούντα.Τα πόδια του κρέμονταν από την άκρη του κιβωτίου. Το βλέμμα του άνδρα ατένιζε τον ορίζοντα, στηρίζοντας το πηγούνι στα χέρια του. Ο Τζουτζού τους είδε πρώτος κι άρχισε να κατεβαίνει κουτρουβαλώντας τον λόφο, κουνώντας ξέφρενα την ουρά του.
«Είναι ο Τζουτζού!» φώναξε τ’ αγόρι με την καθαρή, διαπεραστική φωνή καθώς πήδηξε από το κιβώτιο. Η φούντα τινάχτηκε στην κορυφή του σκούφου του.
«Γεια χαρά»,είπα ασθμαίνοντας κι αναπνέοντας γρήγορα από το τρέξιμο που με είχε αναγκάσει ο Τζουτζού να κάνω.
«Γεια χαρά», απάντησε ο άνδρας με το ίδιο αμφιλεγόμενη χαμόγελο. Το κιβώτιο που είχαν καθίσει είχε πριν καρότα. Στο πάνω μέρος του ήταν ζωγραφισμένο ένα φρέσκο καρότο σε λαμπρό πορτοκαλί χρώμα. Τα άλλα κιβώτια εκεί ήταν από κατεψυγμένα καλαμάρια, πουτίγκα, καλαμπόκι, και σώς.
Οι μαθητές είχαν ήδη σχολάσει, και το μουσικό δωμάτιο και η παιδική χαρά ήταν ήσυχα. Η αυλή ήταν στην σκιά, κι η σιωπή γέμιζε το σχολείο σαν στάσιμο νερό. Τα κουνέλια είχαν συγκεντρωθεί σε μια γωνιά του κλουβιού τους.
Το εστιατόριο, επίσης, έμοιαζε άδειο. Το παράθυρο ήταν καθαρό τώρα, και μπορούσα να δω όλες τις λεπτομέρειες που είχαν μείνει σκοτεινές πριν. Την λάμψη του ανοξείδωτου πάγκου, το σχήμα των κολάρων πάνω στις άσπρες φόρμες που κρέμονταν στον τοίχο, το χρώμα του διακόπτη πάνω στον ταινιόδρομο.
«Φαίνεται ότι όλα τέλειωσαν για σήμερα»,είπα και κάθισα δίπλα στον άνδρα.
«Ναι μόλις τέλειωσαν», απάντησε.
Ο Τζουτζού έτρεξε γύρω από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου, σύροντας την αλυσίδα του, ενώ τ’ αγόρι έτρεξε πίσω του, προσπαθώντας ν’ αρπάξει την ουρά του. Πέρα απ’ αυτά, ο ήλιος βυθιζότανε στην θάλασσα, βάφοντας το νερό ένα βαθύ καφέ που έμοιαζε να καταπίνει τα κύματα, τις βάρκες, τον φάρο, κι οτιδήποτε άλλο. Οι γλάροι πέταγαν ανάμεσα στα κατάρτια στην έρημη μαρίνα.
«Συγνώμη φαίνεται ότι πειράζει πολύ τον Τζουτζού».
«Όχι καθόλου. Ο Τζουτζού φαίνεται να τον αγαπάει».
«Πόσο καιρό τον έχεις;»
«Είναι δέκα χρόνια. Πέρασα σχεδόν την μισή μου ζωή με αυτόν, έτσι είναι μέρος στις πιο σημαντικές μου θύμησες. Είναι σαν κι εκείνες τις φωτογραφίες που έχουν την ημερομηνία τυπωμένη πάνω τους. Εκείνο που έχω να κάνω είναι να θυμηθώ πόσο μεγάλος ήταν ο Τζουτζού η τι είδους κολάρο φόραγε και τότε μπορώ να περιγράψω πότε συνέβη κάτι.
«Καταλαβαίνω»,είπε, κλοτσώντας ένα χαλίκι με την άκρη του καθαρού καφέ παπουτσιού του.
Μετά απ’ αυτό, συζητήσαμε λίγο για σκυλιά. Του είπα για την ανακάλυψη ενός ζωολογικού κήπου σκυλιών σ’ ένα θέρετρο με θερμά νερά στα βουνά, και για την υστερική εγκυμοσύνη μιας Μαλτέζας που ζούσε στην διπλανή πόρτα. Έκανε διάφορες ερωτήσεις, συγκατάνευσε με επισημότητα στις απαντήσεις μου, ακόμη που και που χαμογελούσε.
«Όταν βλέπω ένα εστιατόριο στο απόγευμα, με κάνει να σκέφτομαι μια πισίνα στη βροχή».
Είχαμε εξαντλήσει το θέμα για τα σκυλιά κι είχε μεσολαβήσει μια σιωπή για ένα λεπτό όταν έθεσε αυτό το καινούργιο-και μυστήριο ξαφνικά- θέμα. Η φράση ήχησε σαν να είχε χτυπηθεί μια χορδή από κάποιον μοντέρνο ποιητή η αλλιώς από κάποιο παλιό ποιηματάκι.
«Μια πισίνα ...στη βροχή;» επανέλαβα, μία-μία τις λέξεις.
«Ακριβώς, μια πισίνα στη βροχή. Έχεις ποτέ κολυμπήσει σε μια πισίνα στην βροχή;»
«Δεν είμαι σίγουρη».
«Όταν σκέφτομαι μια πισίνα στη βροχή, είναι σχεδόν κάτι περισσότερο απ’ ότι μπορώ να δεχτώ.
Τα σύννεφα σχηματιζόντουσαν σε ροζ βαθμίδες, δίνοντας στον ουρανό μια σκούρα ροζέ απόχρωση.Καθώς μιλούσαμε το σούρουπο όλο κι έφτανε στο τέλος του. Το πρόσωπο του ήταν κοντά στο δικό μου , και σχημάτιζα το περίγραμμα των χαρακτηριστικών του με τα μάτια μου. Μπορούσα να αισθανθώ την αναπνοή του, τον παλμό του, την ζεστασιά του σώματος του. Έβηξε ελαφρά κι έτριψε τον κρόταφο του ελαφρά προτού ξαναρχίσει να μιλάει.
«Δεν ήξερα να κολυμπάω όταν πήγαινα δημοτικό, έτσι ήταν οδυνηρό για μένα όταν η τάξη μου πήγαινε στην πισίνα. Μπορούσες ακόμη να πεις ότι μάθαινα κάθε τι που υπήρχε να μάθω υποφέροντας ακριβώς εκεί σ’ εκείνη την πισίνα. Πρώτα υπήρχε φόβος. Το νερό στην πισίνα έμοιαζε με αρκούδα πάνω σε μένα με μια φοβερή συντριπτική δύναμη. Ήταν τρομερό. Έπειτα υπήρχε η ντροπή.Τα παιδιά που δεν μπορούσαν να κολυμπήσουν έπρεπε να φοράνε ειδικούς κόκκινους σκούφους μπάνιου κι έτσι να ξεχωρίζουν μεταξύ των ασπρόμαυρων που φόραγαν όλα τ’ άλλα παιδιά. Επειδή δεν μπορούσαμε να κολυμπήσουμε, εμείς μόλις φαινόμαστε σαν να αναδυόμαστε στην επιφάνεια στο ρηχό τελείωμα της πισίνας. Ήμουν αποφασισμένος να μάθω να κολυμπώ και να το αποδείξω στον εαυτόν μου, αλλ’ εκείνο που πραγματικά ήθελα ήταν να αποφεύγω να τραβώ κάθε προσοχή. Να κι άλλο ένα πράγμα που έμαθα από την πισίνα, την αποφασιστικότητα».
Πήρε μια βαθιά ανάσα κι έκλεισε τα μάτια του. Ο Τζουτζού, εξαντλημένος, καθότανε κάτω και ξεκούραζε το κεφάλι του πάνω στα μπροστινά του πόδια. Το αγόρι είχε απλωθεί και τυλιχτεί στον λαιμό του σκυλιού σαν να είχε κουλουριαστεί πάνω σ΄ ένα καναπέ.
Κι όταν έβρεχε η πισίνα ήταν ακόμη πιο πολύ καταθλιπτική.Η βροχή που έπεφτε στο κατάστρωμα της πισίνας άφηνε σκούρους λεκέδες, κι η επιφάνεια της πισίνας έβραζε με φουσκάλες, σαν ένα κοπάδι μικροσκοπικών ψαριών να περίμενε για το γεύμα του. Πάντοτε έπεφτα στο νερό αργά. Οι συμμαθητές μου θα κολυμπούσαν με τον δικό τους τρόπο μέχρι το άλλο άκρο της πισίνας.Εκείνες τις μέρες ήμουνα πολύ ευπαθής .Τα πλευρά μου κι ο λαιμός μου έμοιαζαν να χώνονται μέσα στο δέρμα μου, ακόμη κι οι περιφέρειες μου και τα μπούτια μου. Το ολόσωμο μαγιό μου σκέβρωνε πίσω στη πλάτη μου. Κρύωνα όταν έβρεχε , ακόμη και το καλοκαίρι.Κατά την διάρκεια του τεστ, μ’ έπιαναν ρίγη στη βρύση που χρησιμοποιούσαμε να ξεπλένουμε τα μάτια μας, και κάθε κόκαλο στο σώμα μου έμοιαζε να κροταλίζει.Όταν η ομάδα κολύμβησης τέλειωνε και μπορούσα να βγάλω το σκούφο μου, τα μαλλιά μου ήταν πάντοτε βαμμένα κόκκινα».Έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, τσιμπώντας την ταινία στο χαρτοκιβώτιο, και τότε συμπέρανε, «ξέρω ότι αυτό μπορεί να μην είναι πολύ ενδιαφέρον για σένα».
«Όχι, είναι», είπα, πολύ ειλικρινά. «Αλλά ακόμη δεν έχεις πει από την πισίνα στην βροχή στο εστιατόριο το απόγευμα. Δεν μπορείς να σταματήσεις μέχρι να πεις!» Κοιτάξαμε ο ένας τον άλλο για μια στιγμή και γελάσαμε. ΕΝΑ από τα κουνέλια στο κλουβί μας παρακολουθούσε καθώς μασούσε ένα φύλλο λάχανου.
«Ποτέ δεν πειράχτηκα επειδή δεν μπορούσα να κολυμπήσω. Τουλάχιστον δεν θυμάμαι κάτι τέτοιο. Στο κάτω-κάτω, ήταν δικό μου πρόβλημα.Νομίζω πρέπει να περάσεις κάποιο είδος ιερής εξέτασης , τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σου, που θα σου επιτρέψει να γίνεις μέλος της ομάδας. Αυτό μου πήρε λίγο περισσότερο από το κανονικό.Είμαι βέβαιος για το τι ήταν».
«Νομίζω, καταλαβαίνω», είπα, μελετώντας το προφίλ του.
«Έτσι, οποτεδήποτε βλέπω ένα εστιατόριο το απόγευμα δεν μπορώ να βοηθήσω ενθυμούμενος εκείνη την οδυνηρή στιγμή στην ζωή μου, την παρατεταμένη ιερά εξέταση μου. Αν και υποθέτω ότι αυτό δεν εξηγεί κάθε τι».Κοίταξε κάτω και κλότσησε ένα άλλο χαλίκι.
Το παράθυρο του εστιατορίου είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει. Κάθε τι είχε προσεκτικά και στεγνώσει και νοικοκυρεμένα τακτοποιηθεί. Τα ακροφύσια των εγχυτήρων, τα καλάθια με τα πιάτα αποθηκευμένα σε μια γωνιά, τα φλυτζάνια στα ράφια. Μπορούσα σχεδόν να ακούσω τον ήχο της βροχής πάνω στην λαμαρινένια οροφή του δωμάτιου που άλλαζαν ρούχα για την πισίνα κολύμβησης. Ζωγράφισα στο μυαλό μου τα λεπτά πόδια να τρεμοπαίζουν στο πάτο της πισίνας σαν τόσο πολλά ασθενικά ψάρια, και τ’ αγόρι με τα βαμμένα κόκκινα μαλλιά, τυλιγμένο σε μια πετσέτα, να τρέμει σιωπηλά.Η μία μετά την άλλη, αυτές οι εικόνες σχηματίζονταν στο παράθυρο του εστιατορίου.
«Περίπου την ίδια στιγμή, μου συνέβη κάτι άλλο», είπε. «Σταμάτησα να μπορώ να τρώω».
«Αλλά γιατί;»
«Υπήρχαν πιθανώς πολλοί λόγοι. Τα πολλά μου κόμπλεξ, η δειλή προσωπικότητα μου, η οικογένεια μου...πολλά πράγματα. Αλλά η κύρια αιτία ήταν το εστιατόριο»
«Έτσι εκεί ήμασταν κοντά στο τέλος»
«Ναι. Βλέπεις, το πρόβλημα ήταν ότι κρυφοκοίταζα στο εστιατόριο μια μέρα πριν το γεύμα. Δεν μπορώ να θυμηθώ γιατί ήμουν εκεί εκείνη την ώρα, κι όχι στην τάξη, αλλά για κάποιο λόγο στεκόμουνα στην πίσω πόρτα και παρακολουθούσα την φασαρία καθώς το προσωπικό ετοιμαζόταν για το γεύμα. Ποτέ δεν θα έδινα καμία προσοχή στο εστιατόριο πριν. Αυτό ήταν κάτι περισσότερο από είκοσι πέντε χρόνια πριν, κι η κουζίνα ήταν εντελώς διαφορετική από αυτήν εδώ. Ήταν σ’ ένα παλιό ξύλινο κτίριο, καθηλωμένο και σκοτεινό, πιο πολύ σαν αχυρώνας.Μπορώ ακόμη να θυμηθώ κάθε λεπτομέρεια. Εκείνη τη μέρα το μενού ήταν βραστή κρέμα και πατατοσαλάτα, και το πρώτο πράγμα που με κατέπληξε ήταν η μυρωδιά. Ήταν βαριά κι αποπνικτική, σαν να μην είχα μυρίσει τίποτε πριν. Υπάρχουν πολλές ρυπαρές μυρωδιές στον κόσμο, αλλά αυτή ήταν διαφορετική και με αναστάτωνε επειδή ήταν συνδεδεμένη με το φαγητό που σύντομα θα έτρωγα. Οι μυρωδιές των κάδων του ραγού και της πατατοσαλάτας διαχέονταν στο εστιατόριο, προκαλώντας ζυμώσεις και καθιστώντας το ακατάλληλο για φαγητό.»
Έγειρα προς τα πίσω πάνω στο κουτί. Ο Τζουτζού κούνησε τα αυτιά του. Το παιδί παρέμενε τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του σκύλου, πιθανά κοιμισμένο.
Το σκηνικό μπροστά μου ήταν επίσης όλο αληθινό, αλλά την ίδια στιγμή ήταν τόσο μακριά πέρα από κάθε τι που θα μπορούσα να είχα φαντασθεί ότι έμοιαζε φανταστικό. Η γυναίκα που δούλευε στο εστιατόριο ήταν παχουλή, και το δέρμα της φούσκωνε από τα ελαστικά ρεβέρ της φόρμας της πάνω από τις μπότες. Έμοιαζαν έτοιμες να πλεύσουν, καθώς θα επέπλεαν όταν εκτινάσσονταν στο νερό. Μια από αυτές ανακάτευε το ραγού με μια κουτάλα – το είδος της μεταλλικής κουτάλας που χρησιμοποιείται στην κατασκευή. Ήταν αναψοκοκκινισμένη , κι είχε το ένα της πόδι στο χείλος του τεράστιου στρογγυλού δοχείου καθώς εργαζόταν. Και καθώς ανάδευε το πυκνό άσπρο υγρό με την σκουριασμένη κουτάλα της, μεγάλα κομμάτια από παχύ κρέας και κομμάτια κρεμμυδιών και καρότων ανακατεύονταν μπροστά στα μάτια μου. Η σαλάτα ήταν στο άλλο κάδο. Μια άλλη γυναίκα είχε πηδήξει μέσα στον κάδο κι έλιωνε τις πατάτες με τις μαύρες πλαστικές μπότες της. Κάθε φορά που σήκωνε το πόδι της, μπορούσα να δω κομμάτια πατάτας να κολλάνε στις σόλες της. Όσο πιο πολύ δούλευε, τόσο πιο περίπλοκο γινότανε το σχήμα της πατάτας.»
Έβηξε μια φορά και μετά συνέχισε.
«Δεν μπορούσα να κοιτάξω μακριά. Εύχομαι να μπορούσα να εξηγήσω πως αισθανόμουν εκείνη τη στιγμή, αλλά δεν μπορώ. Αν ήταν ένα αίσθημα που μπορούσες να το συνοψίσεις σε μερικές κοινές λέξεις σαν ‘φρίκη’ η ‘απέχθεια’, τότε είμαι σίγουρος ότι θα τα είχα ξεχάσει όλα αυτά πολύ πριν.Αλλά πριν ξεπεράσω τα αισθήματα μου στο μυαλό μου αποτυπώθηκαν εκείνες οι ακατάληπτες εικόνες- κομμάτια ραγού να σταλάζουν από την κουτάλα, μπότες να θάβονται μέσα σε πολτοποιημένες πατάτες.»
« Και μετά από αυτό δεν μπορούσες να φας ;» ρώτησα ανάλαφρα, προσπαθώντας να μαντέψω που πήγαινε η ιστορία. Συγκατάνευσε.
«Ακόμη και τώρα, ο ήχος από πλαστικά πιατάκια η τα βήματα κάποιου που αναφέρει για δουλειές κουζίνας μπορεί να μου θυμίσει κάθε λεπτομέρεια αυτού του σκηνικού. Ήταν άκρως δυσάρεστο, και μετά από αυτό, τα εστιατόρια έχουν την ίδια επίδραση σε μένα όπως έκαναν οι πισίνες. Ήξερα ότι παρόλο το πόσο σκληρά κτύπησα ακόμη πήγαινα να βυθιστώ στον πάτο, σαν να ήξερα πώς κάθε φορά που προσπαθούσα να πάρω μια μπουκιά από φαγητό εστιατορίου οι χοντρές κυρίες με τις κουτάλες τους και τις μπότες τους θα ήταν εκεί για να σιγουρευτούν ότι μπούκωνα. Όταν δεν μπορούσα να το υποφέρω αυτό πια, άφησα το σπίτι ένα πρωί , κι αντί να πάω σχολείο περιπλανήθηκα μέσα στην πόλη. Φυσικά, ήταν μια μέρα που η τάξη μου είχε πρόγραμμα να πάει στην πισίνα. Όπως περπατούσα, κλότσησα την τσάντα με το μαγιό μου και το κόκκινο καπέλο μπάνιου, κρατώντας το στα ψηλά με τα γόνατα μου.Αισθάνθηκα σαν να περιπλανιόμουνα πολύ καιρό, αλλά στην πραγματικότητα ο παππούς μου με βρήκε λίγες ώρες μετά.»
«Έτσι ήσουν πίσω στο σχολείο για το γεύμα;»
«Όχι, ήμουν τυχερός. Ο παππούς μου δεν ήταν καθόλου θυμωμένος, και δεν έμοιαζε να ανησυχεί να με γυρίσει πίσω στο σχολείο. Ήταν ένας πολύ καλός ράπτης στις μέρες του, αλλά όταν βγήκε στην σύνταξη τόριξε στο πιοτό κι έμπλεξε σε πολλούς μπελάδες. Σε σημείο που κανένας στην οικογένεια δεν ήθελε να έχει σχέσεις με οτιδήποτε έχει να κάνει με αυτόν. Είχε μπλέξει σε καβγάδες, κοιμηθεί στον δρόμο, καταστρέψει φανάρια, τέτοιου είδους καμώματα. Είμαι σίγουρος ότι δεν έψαχνε για μένα εκείνο το πρωί. Ήταν ήδη μεθυσμένος και τρίκλιζε στους δρόμους της πόλης. ’Λοιπόν, λοιπόν,’ είπε. ‘Φανταστικό να σε βρω εδώ. Δεν έχουμε συχνά μια ευκαιρία σαν αυτή, έτσι πρόκειται να σου δείξω ένα μυστικό σημείο.’ Και με πήρε από το χέρι και με οδήγησε σε αντίθετη μεριά από το σχολείο.
«Συνήθως δεν ήμουν και πολύ άνετος με τον παππού μου, με την ανάσα του που βρόμαγε σάκε και τις σαν γυαλόχαρτο παλάμες του, αλλά εκείνη τη μέρα κράτησα σφιχτά το χέρι του και τον ακολούθησα. Στο άλλο του χέρι είχε ένα κουτάκι μπίρας, και που και πού έπαιρνε μια γουλιά καθώς περπατούσε. Τελικά, φθάσαμε σε μια αποθήκη στην άκρη της πόλης, στα ερείπια ενός κτιρίου. ’Αυτό είναι’, είπε ο παππούς μου, δείχνοντας με το κουτάκι του. Έμοιαζε με τα υπολείμματα ενός εργοστασίου που είχε κλείσει πολύ πριν. Οι πόρτες είχαν φύγει από τους μεντεσέδες κι οι τοίχοι ήταν γεμάτοι τρύπες. Όταν πήγαμε μέσα, νιώσαμε τον αέρα να μας φυσάει κατάμουτρα. Κοιτάζοντας πάνω, είδα σχισμές στο ταβάνι που μέσα από αυτές φαινότανε ο ουρανός, σαν να είχαν κοπεί με ψαλίδι. Στο πάτωμα υπήρχε ένα βαθύ στρώμα βρομιάς, μια κόκκινη απόχρωση με σκουριά, πού έκανε ένα θόρυβο σαν να πατάς χαλίκια σε κάθε βήμα. Και παντού υπήρχαν σωροί από στουπιά, βίδες και παξιμάδια, ελατήρια, μπαταρίες, άδεια μπουκάλια σόδας, μια πλαστική βούρτσα μαλλιών, μια φυσαρμόνικα, ένα θερμόμετρο, όλα να βρίσκονται ήσυχα μέσα στην σκόνη. Υπήρχαν αρκετές μηχανές, που επίσης ήταν πυκνά καλυμμένες από σκόνη και σκουριά, και μια πινακίδα ‘Προέχει η ασφάλεια’ που είχε πέσει από τον τοίχο.
«Ο παππούς μου με πήγε σε μια μηχανή με σειρές διακοπτών και λεβιέδων και μου είπε να κάτσω εκεί. Έμοιαζε με μηχανή εκτύπωσης η πιθανόν ένας παλιός στεγνωτήρας., αλλά ότι και να ήταν αποκλείεται να ξαναδούλευε. Κρέμασα το σακίδιο μου σε ένα από τους λεβιέδες.
«Ο παππούς μου πρέπει να ήταν στο τελείωμα της μπίρας του, διότι μετά από κάθε γουλιά εξέταζε προσεκτικά το κουτάκι , ο δε ρυθμός που έπινε είχε γίνει πιο αργός. ‘Ξέρεις τι κατασκεύαζαν εδώ;’ Είπε. Όταν μίλησε, ο αφρός της μπίρας έρευσε από τα χείλη τους προς όλες τις κατευθύνσεις. Ανακουφισμένος που δεν με είχε ρωτήσει ακόμη γιατί την κοπάνησα από το σχολείο, κούνησα συγκαταβατικά το κεφάλι μου.
«Σοκολάτα ‘, είπε , σχεδόν σαν να το καυχιόταν.
«Σοκολάτα; Αλήθεια;» ρώτησα.
«Σωστά. Έβαζαν σπυριά κακάο και γάλα και ζάχαρη σ’ εκείνο το μηχάνημα στην γωνία, και αυτό τα ανακάτευε καλά, βγάζοντας έξω σοκολάτα σε υγρό. Μετά έφθανε στο επόμενο μηχάνημα , είχε κρυώσει λίγο κι έμοιαζε περισσότερο σαν ένα πυκνό καφέ σιρόπι. Μετά όταν τελικά πέρναγε από αυτόν τον κύλινδρο εδώ μετατρεπότανε σε μια μεγάλη πλάκα σοκολάτας’. Σκάλισε με το πόδι του την μηχανή πάνω στην οποία καθόμουν. ‘Μία τεράστια ράβδος σοκολάτας, πλατιά σαν δύο χαλάκια και μακριά όσο ήθελες να είναι, τόσο μακριά όσο άφηνες τους κύλινδρους να δουλεύουν!’
«Είσαι σίγουρος;’ είπα, ξαναμμένος με την περιγραφή του για την φανταστική ράβδο σοκολάτας.
«Αν νομίζεις ότι λέω ψέματα, μύρισε λίγο εδώ»
Στάθηκα στην βάση της μηχανής κι έφερα την μύτη μου κοντά στον κύλινδρο, μισοκλείνοντας τα μάτια για να έχω μια καλύτερη μυρωδιά. Μια ευχάριστη αίσθηση με πλημμύρισε , σαν να τυλιγόμουν από κάτι μεγάλο κι άνετο. Κάπου μακριά, ακούστηκαν τζιτζίκια. Πρώτα μύρισα μόνο σίδερο, μια μεταλλική, ξερή μυρωδιά. Αλλά σαν έμεινα εκεί άρχισα να λαμβάνω ένα μόλις ίχνος μιας γλυκιάς, γνώριμης μυρωδιάς, σαν ένα φευγαλέο όνειρο.
«Λοιπόν;», είπε ο παππούς μου
.
«Σωστά,’ είπα, παραμένοντας για μια στιγμή, με τα χέρια ακουμπισμένα πάνω στην ανώμαλη επιφάνεια του κυλίνδρου.
«Αν ποτέ νιώσεις την έντονη παρόρμηση για σοκολάτα, μπορείς να έρθεις εδώ. Αυτός ο κύλινδρος έχει φτιάξει τόσο πολύ σοκολάτα που δεν πρόκειται να νοιαστεί αν έρχεσαι και τον μυρίζεις που και που.’ Έχοντας τελειώσει τελικά την μπίρα του, πέταξε το κουτάκι στο πάτωμα. Αυτό έκανε έναν θλιμμένο, υπόκωφο θόρυβο όπως τσούλησε μακριά. Συνειδητοποίησα ότι πιθανόν να μην είχε πια χρήματα να αγοράσει αλκοόλ. Σκοπεύοντας να σταματήσει να πίνει τόσο πολύ, τού είχαν περιορίσει τα χρήματα που του έδιναν. Άνοιξα το σακίδιο μου κι έβγαλα έξω τον φάκελο με τα χρήματα που σκόπευα να δώσω στον δάσκαλο μου για μια σχολική εκδρομή.
«Μπορείς να αγοράσεις λίγο ακόμη με αυτά,΄ είπα.
«Ευχαριστώ,’ είπε, κι οι ρυτίδες στις γωνίες των κόκκινων ματιών πρόδωσαν την αγαλλίαση του.»
Με το τέλος της μακριάς ιστορίας του άνδρα, το απόγευμα μας είχε καλύψει στην σκιά. Το περίγραμμα του προσώπου του έμοιαζε να εξαφανίζεται στο σκοτάδι. Το αγόρι ,ξαπλωμένο ακόμη πάνω στον Τζουτζού, βρισκόταν ακίνητο στο μισοσκόταδο.
Ήθελα να του πω κάτι, πόσο πολύ αυτό το αισθάνθηκα σαν ένα βάρος στο στήθος μου. Αν δε το έκανα , έμοιαζε ότι το πρόσωπο του έπρεπε όντως να εξαφανιστεί.
«Είναι αυτό το τέλος της ιστορίας;;» είπα ήσυχα, τονίζοντας προσεκτικά κάθε λέξη.
«Είναι.» Το μαλλί πάνω στο κούτελο του ταλαντεύθηκε ελαφρά.
«Και τι συνέβη με την τάξη σου στο κολύμπι και το εστιατόριο;»
«Δεν υπάρχουν πολλά να πω. Έμαθα να κολυμπώ, κι ο παππούς μου πέθανε απά ένα κακοήθη όγκο. Αυτό είναι όλο.» Καθίσαμε για μια στιγμή ατενίζοντας στο μισοσκόταδο και μετά σηκώθηκε. Ο χρόνος είχε συρρικνωθεί καθώς μιλούσε, αλλά τώρα ξανάρχιζε.
«Καιρός να πάμε σπίτι.»
Στο άκουσμα της φωνής του πατέρα του, το αγόρι άνοιξε τα μάτια του. Τα ανοιγόκλεισε προς στιγμή, σαν να προσπαθούσε να συλλάβει ξανά το όνειρο του. Του Τζουτζού η ουρά κουνήθηκε, χαϊδεύοντας το μάγουλο του.
«Υποθέτω ότι θα σας ξαναδώ εδώ,» είπα, παίρνοντας την αλυσίδα του Τζουτζού στο χέρι μου.
«Πάμε σε μια νέα περιοχή αύριο. Μια μεγαλύτερη πόλη, πιο κοντά στα βουνά.» Το αγόρι έτρεξε πάνω του, και πήρε το χέρι του. «Πρέπει να πούμε ‘γειά’ στο εστιατόριο.» Στην άλλη πλευρά του παραθύρου, η κουζίνα σιγά-σιγά εξαφανιζόταν, σαν να βυθιζόταν μέσα σε ένα τέλμα.
«Ελπίζω να υπάρχει ένα το ίδιο ευχάριστο εστιατόριο στην νέα σου πόλη,» είπα.
Χαμογέλασε χωρίς συγκατάνευση. «Γεια χαρά,» είπε. Το αγόρι έγνεψε στον Τζουτζού, και το σχέδιο στο καπελάκι του κουνήθηκε.
«Γεια χαρά.» έγνεψα κι εγώ.
Περπάτησαν μέσα στο φως που χανόταν. Ο Τζουτζού κι εγώ σταθήκαμε να παρατηρούμε αυτούς μέχρι που έγιναν ένα μικρό σημείο στον ορίζοντα και μετά εξαφανίστηκαν. Ξαφνικά ήθελα να διαβάσω το «Καληνύχτα» τηλεγράφημα μου για μια ακόμη φορά. Μπορούσα να αισθανθώ την ακριβή υφή του χαρτιού, να δω τα γράμματα, να αισθανθώ τον αέρα της νύχτας που είχε καταφθάσει. Ήθελα να το διαβάσω αυτό ξανά και ξανά, μέχρι οι λέξεις να έλιωναν. Προσδένοντας την αλυσίδα , άρχισα να τρέχω προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Είναι η μετάφραση μιας μετάφρασης απο τα Ιαπωνικά στα Αγγλικά του Stephen Snyder.

1 Comments:
Χρόνια πολλά, Καλά Χριστούγεννα και πολύ ευχαριστώ για τη μετάφραση!
Post a Comment
<< Home